Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

H ιστορικότητα έθνους και εθνικισμού,Π.Λέκκα

   


Στο σημερινό θέμα θα ασχοληθούμε με την συνδεσμολογία της εθνικιστικής σκέψης και πως αυτή με βάση τα σημερινά κριτήρια σαρώνει και οικειοποιείται ένα πολυεπίπεδο και πολύπλοκο παρελθόν, παρελθόν το οποίο "εθνικοποιεί" και υποτάσσει στην σημερινή εθνική πραγματικότητα.
Η κατίσχυση του εθνοκεντρικού λόγου στην κοινωνία είναι συντριπτική και καθολική. Σχεδόν όλοι δέχονται δογματικά τα "αξιώματα" της εθνικής ιδεολογίας.
Η μελέτη της πρακτικής του εθνικιστικού λόγου δεν έχει να κάνει με την απαξίωση των εθνικών ιδεωδών, ούτε αποσκοπεί στο να καταδείξει μια ομαδική ψύχωση αλλά ασχολείται με την ανάδειξη της ιστορικότητας αυτού του φαινομένου.
Παρουσιάζω ευθύς αμέσως ένα απόσπασμα από το βιβλίο "Η εθνικιστική ιδεολογία, πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία", του κ.Παντελή Λέκκα, Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι πολύ βοηθητικό για τους Αρβανίτες οι οποίοι αν το διαβάσουν με προσοχή, θα βγούνε από την πολύ δύσκολη θέση που βρίσκονται και βάσει της οποίας καλούνται να συγκεράσουν την αποδοχή της θεωρίας της τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνικού έθνους (το γνωστό δόγμα Παπαρηγόπουλου) με κύριο εθνικό χαρακτηριστικό την ελληνική γλώσσα, με το ότι οι ίδιοι ως κοινωνική ομάδα δεν ήταν ελληνόφωνοι. Ειδικά στο θέμα της γλώσσας, ο κ.Λέκκας με εξαιρετικά επιχειρήματα καταδεικνύει το επουσιώδες της γλώσσας (και την πλήρη κατίσχυση της θρησκείας ως εθνικό δηλωτικό) κατά την διάρκεια της εθνογέννεσης του ελληνικού έθνους, στα τέλη του 18ου αιώνα (εκεί προσδιορίζεται παγκοσμίως η έναρξη της εθνογενετικής διαδικασίας).

Η ιστορικότητα έθνους και εθνικισμού.

Για να αποδοθεί στη γλωσσική διαφορά φόρτιση (πέραν από αυτή που αυτονόητα έχει) και πολιτική δυναμική (που σπανίως από μόνη της διαθέτει), πρέπει να υπάρχει ήδη η ανάγκη να δηλωθεί η εθνική ταυτότητα ή ετερότητα. Αυτό προκύπτει από την ίδια την εθνικιστική ιδεολογία αν προσέξουμε την λογική σύνδεση των επιχειρημάτων της και δεν παρασυρθούμε από τους σαρωτικούς αφορισμούς της. Οι εθνικιστές, όποτε προσφεύγουν στο γλωσσικό κριτήριο προτάσσουν το εξής επιχείρημα: "ανήκουμε σε ένα ξεχωριστό έθνος και ένα (το κυριότερο έστω) από τα τεκμήρια της διαφοράς μας είναι και το ότι ομιλούμε διαφορετική από τους αλλοεθνείς γλώσσα". Κανένας όμως εθνικιστής που θέλει να διατηρήσει στοιχειώδη έστω αξιοπιστία δεν θα διενοείτο να αντιστρέψει τη λογική αυτή σειρά υποστηρίζοντας τη γενική αρχή πως "όποιος ομιλεί διαφορετική γλώσσα έπεται ότι ανήκει σε διαφορετικό έθνος" διότι τότε θα έπρεπε να εξηγήσει όχι μόνον τη σχεδόν μόνιμη απουσία απόλυτης γλωσσικής ομοιογένειας στο εσωτερικό του δικού του έθνους αλλά και την παρουσία πολλών ομόγλωσσων, αλλά σαφώς διακριτών και ανεγνωρισμένων εθνών. Η επίκληση των γλωσσικών διαφορών δεν αποτελεί όπως συνήθως πιστεύεται το ισχυρότερο σημείο αλλά την αχίλλειο πτέρνα της εθνικιστικής ιδεολογίας επειδή η απόλυτη εμμονή σε αυτές μειώνει την αξιοπιστία των επιχειρημάτων της και περιορίζει το εύρος των αξιώσεών της.


Η γλώσσα δεν είναι δυνατόν να παράσχει από μόνη της το κριτήριο της εθνικής διαφοροποίησης ούτε κατ' επέκταση να αποτελέσει αποδεικτικό τεκμήριο της αρχαιότητας των εθνικών διακρίσεων. Και πώς θα μπορούσε εξάλλου να είναι καθολικό τεκμήριο ανομοιότητας σε όλο το ιστορικό φάσμα των κοινωνιών που προηγήθηκαν της σύγχρονης κοινωνίας; Για αιώνες ολόκληρους ο αγράμματος αγρότης της κεντρικής Ιταλίας μπορεί να χρησιμοποιούσε παρόμοιο γλωσσικό ιδίωμα με το χωρικό της βόρειας Ιταλίας, χωρίς αυτό να τους απασχολεί ή να έχει την παραμικρή επίπτωση στον τρόπο ζωής τους και χωρίς να διανοείται να τους επιβάλει την ομιλία και τη γραφή της τοσκανικής διαλέκτου, για να τους κάνει να πλησιάσουν περισσότερο ο ένας τον άλλον γλωσσικά και εθνικά. Για εξίσου μακρές περιόδους, τα κινέζικα ιδεογράμματα αποτελούσαν μέσο γραπτής επικοινωνίας για όσους λόγιους μπορούσαν να τα αποκρυπτογραφούν και να τα αναπαράγουν χωρίς αυτό να σημαίνει πως ένιωθαν ότι συνανήκαν σε κάποια εθνική οικογένεια είτε με τους άλλους λογίους με τους οποίους μπορούσαν να συνεννοηθούν γραπτώς αλλά δεν ομιλούσαν την ίδια γλώσσα, είτε με τους αγράμματους πληθυσμούς ανάμεσα στους οποίους ζούσαν και με τους οποίους επικοινωνούσαν προφορικά. Για ακόμη μακρότερες περιόδους, ο άνθρωπος ερχόταν -μόνιμα ή περιστασιακά, δεν έχει σημασία - σε επαφή με άλλους ανθρώπους που μιλούσαν γι αυτόν ακατάληπτες γλώσσες χωρίς αυτό να οδηγεί, πέρα από την προφανή αδυναμία τους να συνεννοηθούν, σε οποιαδήποτε αντίθεση μεταξύ τους.

Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: κατά πόσον τα εμπόδια στην επικοινωνία, που ήταν φυσικό να υπάρχουν και στην παραδοσιακή κοινωνία, διέκριναν αναγκαστικά ομάδες άλλες πέραν των γλωσσικών και δημιουργούσαν διαφορές άλλες από αυτές που αυτονόητα συνεπάγονταν; Πιστεύω πως τα μέτρα και τα σταθμά με τα οποία σήμερα αποτιμούμε τις συνέπειες της γλωσσικής συγγένειας και της γλωσσικής διαφοράς απλώς δεν ίσχυαν στο παρελθόν. Εάν ίσχυαν, όπως η εθνικιστική ιδεολογία συχνά προσπαθεί να αποδείξει, τότε θα υπήρχε μεγάλη δυσκολία στο να εξηγήσουμε πώς ήταν δυνατόν να επιζήσουν επί μακρότατα χρονικά διαστήματα ποικιλόμορφες πολιτικές δομές (βασίλεια, αυτοκρατορίες κλπ) χωρίς να διαταράσσονται από την ύπαρξη διαφορετικών γλωσσικών ομάδων στο εσωτερικό τους και χωρίς οι ομάδες αυτές να ενοχλούνται με οποιοδήποτε τρόπο από τις λόγιες διοικητικές γλώσσες (όπως η λατινική, η ελληνική και η κινέζικη) που τους ήταν καθ' όλα ξένες. Αντίστροφα, θα ήταν απορίας άξιον γιατί ο Δημοσθένης ένιωθε την ανάγκη να αντισταθεί στην συνένωση των ελληνικών πόλεων υπό την ηγεμονία του "ελληνίζοντος" βασιλέως των Μακεδόνων.
Το πρόβλημα, κατά συνέπεια, δεν είναι η ίδια η γλωσσική διαφορά ή συγγένεια αλλά το πώς εμείς την ερμηνεύουμε, αδιαφορώντας για το πού και πότε αναφέρεται -το πρόβλημα κοντολογίς είναι αν εξετάζουμε τη γλωσσική διαφορά και συγγένεια σε σχέση με το ιστορικό και κοινωνικά πλαίσιο στο οποίο σημειώνονται ή, αντιθέτως, αν θεωρούμε πως αποτελούν φαινόμενα υπερβατικού χαρακτήρα. Στη δεύτερη όμως περίπτωση, η εξάλειψη της ιστορικότητας δεν είναι καθόλου ουδέτερη διότι υποκρύπτει και την εξάλειψη της ιστορικότητας και της δικής μας ανάγνωσης. Αυτό συμβαίνει, πιστεύω, και στην περίπτωση της εθνικιστικής ιδεολογίας η οποία όταν επικαλείται φράσεις τύπου πας μη Έλλην βάρβαρος, επιχειρεί να τις επενδύσει με νόημα που η ίδια έχει δημιουργήσει, ούτως ώστε να κατοχυρώσει ότι οι εθνικές διαιρέσεις είναι πανάρχαιες και φυσικές, αλλά και να υποκρύψει τον δικό της επεμβατικό ρόλο. Ο εθνικισμός όμως, επειδή ακριβώς περιέχει και εμπνέει ιδέες που ήταν άγνωστες στην παραδοσιακή κοινωνία δεν αποτελεί φυσικό αλλά ιστορικό φαινόμενο και με αυτήν την έννοια πρέπει να αναλυθεί, αν θέλουμε να αποφύγουμε την παγίδα που ο ίδιος δημιουργεί με την εμμονή του στην αρχαιότητα και τη φυσικότητα του έθνους. Ο κίνδυνος της προβολής του παρόντος στο παρελθόν (που ενυπάρχει -αναπόφευκτα κατα τη γνώμη μου -σε κάθε προσπάθεια ανασύστασης του παρελθόντος) εδώ ισχύει σε απόλυτο βαθμό, επειδή όχι μόνον μορφές συλλογικής συνείδησης και αλληλεγγύης χρησιμοποιούνται επιλεκτικά σαν επιβεβαιωτικά τεκμήρια της αρχαιότητας του έθνους αλλά και επειδή τέτοιου είδους προβολισμοί σπανίως αμφισβητούνται, χάρη στην καθολική επικράτηση των όρων της εθνικιστικής ιδεολογίας.
Είναι χαρακτηριστική πχ η σιωπή της ιστορικής επιστήμης όταν αναπαράγεται ο χαρακτηρισμός εμφύλια διαμάχη για συγκρούσεις που ήταν πολύ φυσικές μέσα στο πλαίσιο της παραδοσιακής κοινωνίας αλλά δεν συμμορφώνονται με την έννοια του παντοτινού και ενιαίου έθνους. Κατ'αυτόν τον τρόπο, ο Πόλεμος των Ρόδων είναι για τον "αγγλικό" Μεσαίωνα "εμφύλιος", αλλά ο εκατονταετής πόλεμος είναι "πατριωτικός", οι Περσικοί Πόλεμοι είναι για την κλασική αρχαιότητα περισσότερο "φυσιολογικοί" από ό,τι η "εκτροπή" του Πελοποννησιακού Πολέμου κοκ. Πρόκειται για τη σύγχρονη όσο και απρόσβλητη εκείνη αντίληψη που μας επιτρέπει να αποδίδουμε χωρίς ενδοιασμούς εθνική συνείδηση στο μέλος της δυναστείας των Αψβούργων που έδρευε κατά τον 15ο ή τον 16ο αιώνα στην Βιέννη, στην Πράγα, στη Μαδρίτη ή τις Βρυξέλλες, δίχως την αίσθηση ότι αυθαιρετούμε απέναντι στη λογική της εποχής στην οποία αναφερόμαστε.
Η κριτική αμφισβήτηση ανάλογων αποτιμήσεων από τις κοινωνικές επιστήμες απουσιάζει ακόμα και σήμερα. Το φορτισμένο λεξιλόγιο του εθνικισμού έχει διαποτίσει την σύγχρονη σκέψη σε τέτοιο βαθμό που και τα παράγωγα ιδεολογήματα ακόμη κι όταν συνιστούν κατάφωρα λογικά ατοπήματα έχουν γίνει αποδεκτά και ηχούν φυσιολογικά. Πόσο όμως φυσιολογικό θα ηχούσε αν κάποιος διενοείτο να απευθύνει στην κατεστημένη αντίληψη της κοινωνίας και της ιστορίας της την ακόλουθη απλή ερώτηση: αν τόσα από τα σύγχρονα έθνη έχουν πράγματι πανάρχαιη ιστορία, γιατί εξαφανίστηκαν από προσώπου γης λαοί της αρχαιότητας που θα έπρεπε κι αυτοί, κατ'αναλογία, να ορίζονται με τα ίδια κριτήρια, αλλά που είχαν την ατυχία να μη βρουν σοβαρούς διεκδικητές της δικής του ιστορικής κληρονομιάς; Τι έγινε με τα "ένδοξα έθνη" των Ασσυρίων, των Βαβυλωνίων, των αρχαίων Αιγυπτίων, των Χετταίων, τι συνέβη με τους Φιλισταίους, τους Αβάρους, τους Αψυλίους, τους Αβασγούς, τους Τζανούς κοκ.; (Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουνε υπάρξει απόπειρες εθνικιστικής εκμετάλλευσης και αυτών των αρχαίων πολιτισμών, παρόλο που η σοβαρότητα αυτών των ισχυρισμών ελέγχεται απο ανταγωνιστικούς και άλλους εθνικισμούς).
Στην προσπάθεια να καταδειχθεί η ιστορικότητα έθνους και εθνικισμού μπορεί βεβαίως να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι λέξεις όπως έθνος, natio, nation κλπ. έχουν παρελθόν που υπερβαίνει κατά πολύ τα χρονικά όρια της σύγχρονης κοινωνίας -κοντολογίς, ότι δεν είναι λέξεις καινούργιες, αλλά παμπάλαιες. Δεν υπάρχει, πιστεύω, πιο διαδεδομένη αλλά και πιο επιπόλαιη ένσταση. Οι λέξεις είναι σαν τα νομίσματα: η ανταλλακτική αξία τους αλλάζει απο κοινωνία σε κοινωνία και από εποχή σε εποχή, αφού με την ίδια λέξη διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικούς χρόνους εννοούν διαφορετικά πράγματα - και η παράκαμψη αυτού του προβλήματος της σημασιολογίας στην ιστορία συνιστά βαρύτατο μεθοδολογικό σφάλμα. Πράγματι οι λέξεις έθνος και nation δεν είναι καινούργιες, έχουν ιστορία, όμως αυτή η ιστορία λέει πολλά όχι μόνο για όσα σημαίνουν αλλά και για όσα δεν σημαίνουν κατά περιόδους.


Η λέξη έθνος στους αρχαίους κλασικούς έχει πολλές σημασίες, καμία από αυτές όμως δεν αντιστοιχεί σε αυτήν που της αποδίδουμε σήμερα. Στον Όμηρο για παράδειγμα, έχει την έννοια της συντροφιάς ("έθνος εταίρων", Ιλ. Γ32, Η115), του στρατού γενικά ("έθνος λαών", Ιλ. Ν495, "έθνεα πεζών" Ιλ. Λ724) ή κάποιας συγκεκριμένης στρατιάς "έθνος Αχαιών", Ιλ. Ρ552), του σωρού νεκρών ("έθνεα νεκρών", Οδ. λ34, κ526) και τέλος του σμήνους εντόμων ή πτηνών ("έθνεα μελισσάων, ορνίθων, μυιάων", Ιλ. Β87, 459, 469). Στον Πίνδαρο απαντάται με τις σημασίες είτε του φύλου ("ανέρων έθνος", Ολ. 1,66, "έθνει γυναικών" Πυθ. 4,252) είτε του συγγενούς (Νεμ. 5,43). Στον Ηρόδοτο αναφέρεται στη φυλή, το γένος (" Μηδικόν έθνος", 1,101) ή στις ελληνικές πόλεις - στον πληθυντικό! - που υπέκυψαν στους Πέρσες ("των μηδισάντων εθνέων των Ελληνικών", 9,106,3) στον Θουκυδίδη σε διάφορες φυλές, ελληνικές ή βαρβαρικές (1,3 και 3,92) και στον Ξενοφώντα στην φυλή ή το γένος ("Πομπάς εποίησαν κατά έθνος έκαστος των Ελλήνων" Αναβ. 5,5,5), στο φύλο ("Θήλυ έθνος", Οικον, 7,26) και στη συντεχνία ή την επαγγελματική ομάδα (οίσθα τι έθνος ηλιθιώτερον ραψωδών;", Συμπ. 3,6). Στον Αισχύλο χρησιμοποιείται για τις Ερινύες (Ευμ. 366) ή για οπλισμένη ομάδα ("έθνος μαχαιροφόρον" , Περσ. 56), και στον Σοφοκλή αναφέρεται σε αγέλες ζώων ("θηρών ...έθνη", Αντ. 344 και Φιλ. 1147). Στον Πλάτωνα η λέξη έθνος έχει την έννοια του είδους (ιχθύων έθνος, Τίμ. 92γ), της επαγγελματικής ομάδας (δημιουργικόν έθνος, Γοργ. 455β, έθνος κηρυκικόν, Πολιτικός 290β) και του γένους ή της φυλής (των Θετταλών...πενεστικόν έθνος - Νόμοι 776δ), ενώ στον Αριστοτέλη ο όρος αναφέρεται στις βαρβαρικές φυλές σε αντιδιαστολή με τις ελληνικές (Πολιτικά, 1324β10). Οι σημασίες της λέξης λοιπόν ποικίλλουν και όχι μόνο δεν έχουν την σημερινή πολιτισμική και πολιτική φόρτιση, αλλά δεν αναφέρονται καν σε μία και μόνη θεματική κατηγορία.

Και στην Παλαιά Διαθήκη όμως (μετάφραση των Ο) η λέξη έθνος χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό όχι του εβραϊκού ή άλλου έθνους με τη σύγχρονη σημασία, αλλά όλων όσοι δεν ανήκουν στην εβραϊκή θρησκευτική κοινότητα, δεν πιστεύουν δηλαδή στο θεό του Ιεχωβά (ινατί εφρύαξαν τα έθνη; - Ψαλμ. β΄1). Ανάλογη σημασία θρησκευτικής διάκρισης έχει και στην Καινή Διαθήκη ("Εις οδόν εθνών μη απελθήτε" - Ματθ. Ι,5) ╈αι στα αποστολικά κείμενα ("Εν τη κατασχέσει των εθνών" Πράξεις, Ζ45 και "των εθνών τε και των Ιουδαίων" Πράξεις ΙΔ5) ενώ ο Παύλος ("ο εθνών απόστολος" Προς Ρωμαίους, ΙΑ,13) τη χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει τους μη εβραϊκής καταγωγής χριστιανούς (Προς Ρωμαίους, ΙΕ27).


Στους Λατίνους η λέξη natio συναντάται στον Κικέρωνα με τη σημασία άλλοτε της θεότητας της γέννησης (N.D., 3,18,47) και άλλοτε της φυλής (N.D. 2,29,74, Q.Fr.1,1,9 27, Phil. 10,10,20.) της κοινωνικής τάξης (Sest. 44,96) ή κάποιας μερίδας υποψηφίων (Pis. 23,55). Στον Βάρρωνα εννοείται ως ράτσα ζώων (R.R., 2.6.4.) ή ανθρώπων (L.L., 9,93), στον Πλίνιο ως είδος ζώων ή πραγμάτων (22,24,50 109 και 21,14,49 83), στον Πλαύτο ως γένος ανθρώπων (Men. 2,1,34 και Rud. 2,2,6) ενώ παρόμοια σημασία έχει και στον Τάκιτο (G. 38).


Με την επικράτηση του χριστιανισμού η λέξη έθνος και τα παράγωγά της δηλώνουν τους μη Χριστιανούς, όπως προκύπτει από τα Πατερικά κείμενα αλλά και από τη χρήση της λέξης natio στην εκκλησιαστική λατινική του Τερτυλλιανού (De Idol. 22). Κι αυτή όμως η σημασία αλλάζει στην μεσαιωνική Δύση όπου ο όρος natio αποτελεί νομική έννοια για την υποδήλωση της οργανωμένης κοινότητας ή του μοναστικού τάγματος μέσα στα εκκλησιαστικά συμβούλια και τα πανεπιστήμια. Εξίσου άσχετες προς τη σημερινή έννοια είναι και οι σημασίες της λέξης nation στις λατινογενείς γλώσσες εώς και τον 18ο αιώνα. Είναι άξιος προσοχής για τις πολλαπλές συνδηλώσεις της λέξης μέχρι και σχετικά πρόσφατα ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιειται από τον Άνταμ Σμιθ στο Ο Πλούτος των Εθνών που εκδίδεται το 1776, έτος διακήρυξης της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας.

Η εμμονή στον ισχυρισμό περί αρχαιότητας του έθνους παρουσιάζει λοιπόν εξαιρετικές δυσκολίες. Αυτό και μόνον αρκεί για να υποδηλώσει το σύγχρονο χαρακτήρα του εθνικισμού, της σύγχρονης εκείνης ιδεολογίας που στρέφεται γύρω από μίαν έννοια που δεν υπήρχε σε προηγούμενες κοινωνίες.

Ο ίδιος ο όρος εθνικισμός είναι φυσικά άγνωστος πριν από τον 18ο αιώνα, αφού εμφανίζεται για πρώτη φορά μόλις στα 1798 και καθιερώνεται μόλις στα τέλη του 19ου αι. Ο ακριβής προσδιορισμός του γενέθλιου σημείου του εθνικισμού έχει συχνά αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιών και ταυτίζεται άλλοτε με τον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο (1642), άλλοτε με το δεύτερο διαμελισμό της Πολωνίας (1772) άλλοτε με τη διακήρυξη της αμερικάνικης ανεξαρτησίας (1776), άλλοτε με τη γαλλική επανάσταση (1789) και άλλοτε με τον Λόγο προς το Γερμανικό Έθνος του Φίχτε (1807). Οι περισσότεροι πάντως μελετητές συμφωνούν πως η γένεση του εθνικισμού πρέπει να τοποθετηθεί στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα στην Ευρώπη.
Πρόκειται λοιπόν για κατ' αρχάς ευρωπαϊκό φαινόμενο που εξαπλώνεται ραγδαία μέσα σε λιγότερο από 2 αιώνες σε ολόκληρη την υφήλιο.


Παντελής Λέκκας, Η εθνικιστική ιδεολογία, πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, εκδόσεις Κατάρτι, 1996 (β έκδοση).
Πηγή: http://www.geocities.com/tuki8eblom/lek.html (η ιστοσελίδα του αγαπητού φίλου blogger tuki8eblom).

«Τουρκο»κρήτες-Κρητική μουσική και παράδοση

Γενικά είναι σχεδόν αδύνατο να εξακριβώσουμε κατά πόσον οι Τουρκοκρητικοί συνέβαλαν στη διαμόρφωση του αστικού τραγουδιού στην Κρήτη. Υπήρχαν βέβαια οι Μεβλεβήδες στα Χανιά (οι «στροβιλιζόμενοι δερβίσηδες»), αλλά η μουσική τους επηρέασε τους «Κρητικούς Τούρκους»; Σημειωτέον ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός της τουρκοκρατούμενης Κρήτης, εκτός από στρατιωτικούς και διοικητικούς υπαλλήλους και από κάποια δερβισικά τάγματα, αποτελούνταν στη συντριπτική του πλειοψηφία από εξισλαμισμένους Κρητικούς. Συχνά εξισλαμισμένους φαινομενικά –τουλάχιστον στην πρώτη γενιά– αν και αργότερα πολλοί κατέληξαν φανατικοί και αδίστακτοι μουσουλμάνοι. Άλλοι όμως παρέμειναν κρυπτοχριστιανοί και κάποιοι απ’ αυτούς εκδηλώθηκαν σε καιρούς επαναστάσεων, όπως ο Μιχάλης Κουρμούλης και οι άγιοι Τέσσερις Μάρτυρες του Ρεθύμνου. Όλοι αυτοί, αν και ασπάστηκαν την ισλαμική θρησκεία, λόγω των φρικτών συνθηκών ζωής των ραγιάδων, όμως δεν άλλαξαν ιδιαίτερα τη γλώσσα τους ούτε τη στάση τους απέναντι στη ζωή, γι’ αυτό και οι «γνήσιοι Τούρκοι» τους αποκαλούσαν περιφρονητικά «μπουρμάδες» (=γυρισμένους, δηλ. εξωμότες). Αυτό εξάλλου έγινε φανερό όταν το κύμα των Τουρκοκρητικών έφθασε στη Μικρά Ασία, με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, φέροντας τα κρητικά επώνυμα (που υποχρεώθηκαν να τα αλλάξουν) και την άπταιστη κρητική διάλεκτο, τις μαντινάδες κ.τ.λ. βλ. Ι. Κονδυλάκη, Οι Τουρκοκρητικοί, Π. Πρεβελάκη, Το Χρονικό μιας Πολιτείας, Ν. Αγγελή, Τα Ενεψίζικα κ.λπ. Έτσι, οι Τουρκοκρητικοί έπαιζαν, τραγουδούσαν και χόρευαν ό,τι και οι «ρωμιοί» (=χριστιανοί) συμπατριώτες τους. Λύρα, βιολί, μπουλγαρί και μαντολίνο κελαηδούσαν στα χέρια τους (ο βιολάτορας Μουσταφά Καραγκιουλές κι ο οργανοποιός Αμπντούλ Καλημεράκης, με τα περίφημα λυράκια του, πιστοποιούν του λόγου το αληθές), ενώ χόρευαν τους κρητικούς χορούς, τραγουδούσαν Ερωτόκριτο και μαντινάδες και στιχουργούσαν ρίμες για τα δικά τους παληκάρια!
Όμως… μερικά πολύ σημαντικά στοιχεία έρχεται να δώσει η μελέτη του Chris Williams, καθηγητή του τμήματος Μοντέρνων Ελληνικών Σπουδών του King’s College στο Λονδίνο με γενικό τίτλο «The Cretan Muslims and the Music of Crete» που δημοσιεύεται στο Greece and the Balkans: Identities, Perceptions and Cultural Encounters Since the Enlightenment. Ο συγγραφέας, αφού επιβεβαιώνει για ακόμα μία φορά ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων Κρητών προερχόταν από τον τοπικό πληθυσμό (σελ.209) και φέρνει ως παράδειγμα την «επιβίωση» της μαντινάδας και του Ερωτόκριτου στον πληθυσμό των Giritli (δηλ. Κρητικών –όπως αυτοαποκαλούνται οι Τουρκοκρητικοί), εξάγει μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα:
1. Παρατηρεί ότι λανθασμένα επικρατεί η άποψη ότι η μουσική των Τουρκοκρητικών είναι περισσότερο τουρκική παρά κρητική (σελ. 210).
2. Θεωρεί ότι οι Τουρκοκρητικοί έχουν στη μνήμη τους την κατάσταση της κρητικής μουσικής των αρχών του αιώνα, δηλαδή όπως καταγράφεται στις πρώτες ηχογραφήσεις. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αναφέρουν τη σούστα (sousta) και τον πεντοζάλη (pentozalis). Λιγότερο αναφέρουν τον συρτό (sirtos), ενώ ιδιαίτερα έντονη είναι η παρουσία του Ερωτόκριτου στις αφηγήσεις τους. (σελ. 210)
3. Ως μουσικά όργανα αναφέρουν τη λύρα [lyra – η λέξη που χρησιμοποιήθηκε ήταν πάντα lira, ο όρος Girit lirasi μεταφράζεται ως κρητική λύρα (σ.σ. μάλλον «λυρατζή» εννοεί εδώ) ενώ ο όρος kemence (η λύρα στα τούρκικα) δε χρησιμοποιήθηκε καθόλου] και το μαντολίνο. Κανένας δεν ανέφερε το λαούτο, το βιολί και το μπουλγαρί, παρόλο που χρησιμοποιούνταν στην Κρήτη πολύ πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών (σελ. 210-211).
4. Στη σελίδα 211 αναφέρεται ότι πασίγνωστα σημερινά ακούσματα όπως τα συρτά του Ροδινού, ο σταφιδιανός και το Όσο βαρούν τα σίδερα τους είναι τελείως άγνωστα. Η προφανής άγνοια των αστικών τραγουδιών κρίνεται από το συγγραφέα ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ανατρέπει την (σε πολλούς) επικρατούσα αντίληψη ότι τα τραγούδια αυτά αντιπροσωπεύουν τη μουσική κουλτούρα των Τουρκοκρητικών. Εδώ αναφέρεται ότι και στις δυο πλευρές του Αιγαίου οι Κρητικοί συμμετέχουν σε γάμους, γλέντια κ.λ.π. Η ιδέα της συναυλίας (concert) φαίνεται να είναι άγνωστη (σ.σ. εννοεί μάλλον τη μουσική της ταβέρνας).
Στη σελ. 211 έχει μια υποσημείωση που αφορά στο μπουλγαρί. O Charles Edwardes στο Letters from Crete, Letters written during the spring of 1886, (σ.σ. Γράμματα από την Κρήτη, Γράμματα γραμμένα την άνοιξη του 1886) Λονδίνο 1887, σελ.191 αναφέρει «τον Γεώργιο και τη μικρή λύρα του, το «μπουλγαρί» όπως ο ίδιος το αποκαλεί, το οποίο κρεμάει από ένα καρφί στον τοίχο» (σ.σ. πιθανόν ο άνθρωπος εκείνος έπαιζε μπουλγαρί, αλλά ο περιηγητής δεν το γνώριζε και το θεώρησε λύρα).
Στη σελίδα 215 αναφέρεται ότι το Τα βάσανα μου χαίρομαι (σ.σ. ο χαλεπιανός) φαίνεται να έχει «δανειστεί» μελωδίες από το παραδοσιακό τούρκικο τραγούδι «Ada Sahillerinde bekliyorum», ενώ συμπληρώνει ότι για το σταφιδιανό δεν έχει καταγράψει κάτι παρόμοιο.
Ο C. Williams θεωρεί ότι η κρητική μουσική όπως την ξέρουμε σήμερα διαμορφώθηκε κυρίως από τους Χαρίλαο, Ροδινό και Φουσταλιέρη (εξηγεί αναλυτικά), ενώ μια πολύ ωραία ιστορία βρίσκουμε στις σελ. 216-17: Ο Haldun Menemencioglu στο Study of the Klasik Kemence αναφέρει τον Giritli Ali (τον Κρητικό Αλή δηλαδή) ο οποίος μας λέει ότι γύριζε τους δρόμους της Πόλης τη δεκαετία του 1940 παίζοντας ένα tok sesli (με βαθύτερο ήχο δηλαδή) kemence (μάλλον κρητική λύρα!). Ο συγγραφέας, παρόλο που έψαξε σχετικά, καμιά αναφορά ή ηχογράφηση δεν βρήκε από τον Κρητικό Αλή. Μια πληροφορία όμως που του δόθηκε από το νησί Cunda έλεγε ότι ένας Κρητικός ονόματι Αλή εξαφανίστηκε από το σπίτι του στο Αϊβαλί στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Ο Αλή ήταν λυράρης…
http://www.rembetiko.gr/forums/showthread.php?t=17849

«Τουρκο»κρητικοί

ΤΟΥΡΚΟΚΡΗΤΙΚΟΙ
Σύμφωνα με τον Aubyn Trevor-Battye «Οι «Τούρκοι» της Κρήτης –καθώς δεν είναι πραγματικοί Τούρκοι αλλά εξωμότες χριστιανοί- δεν ενδιαφέρονται για τον Προφήτη. Οι πραγματικοί τούρκοι, αυτοί που συγκρότησαν το στρατό, ο οποίος κατάλαβε το νησί, έφυγαν και όσοι απόμειναν και αυτοαποκαλούνται τούρκοι είναι κρητικοί στην εμφάνιση και εκτός αυτού μιλούν την κρητική γλώσσα. Ελάχιστοι από τους τουρκοκρητικούς που συνάντησα ήξεραν αρκετά τουρκικά, ενώ πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, δεν ακολουθούσαν το Κοράνι καθώς έπιναν ελεύθερα κρασί».[1]
Γλώσσα
Οι Τουρκοκρητικοί μιλούσαν την ελληνική, τοπική κρητική διάλεκτο[2]. Ακόμη και οι μουσουλμάνοι πληρεξούσιοι του Ρεθύμνου ζήτησαν να απαιτείται η γνώση της ελληνικής από τους μουτεσαρίφες του Ηρακλείου και του Ρεθύμνου και μετά τη Σύμβαση της Χαλέπας (1878) η ελληνική γλώσσα διδάσκεται και στα μουσουλμανικά σχολεία.
«Ο Τούρκος κύριος, γράφει ο V. Bernard, το 1897, από την πρώτη γενιά αποκτούσε κρητικόπουλα που ήταν από ράτσα και γλώσσα Έλληνες. Οι γενίτσαροι της δεύτερης γενιάς δεν ήξεραν πια ούτε λέξη τούρκικη και εδώ και ενάμιση αιώνα το νησί ολόκληρο δε μιλάει παρά ελληνικά».[3]
Ο Τουρκοκρητικός, σύμφωνα με τον Κ.Γ. Φουρναράκη, «ελάλει την κρητικήν διάλεκτο, εδιδάσκετο όμως την οθωμανικήν ως γλώσσαν φιλολογικήν».[4] Έτσι, τα κείμενά τους, όταν ήταν ελληνικά, πολλές φορές, γράφονταν με τούρκικους χαρακτήρες.
Μιλούσαν και τραγουδούσαν στα ελληνικά. Ο Ερωτόκριτος ήταν από τα αγαπημένα τους ποιήματα και πολλοί το απήγγειλαν από στήθους. Ο Ι. Κονδυλάκης, στους Τουρκοκρητικούς, γράφει: «Τα μόνα τούρκικα τα οποία γνωρίζουν, πλην, εννοείται, των ολίγων γραμματισμένων, οίτινες παραχώνουν εις τα ελληνικά των τούρκικα, ως οι κομψευόμενοι των Αθηνών γαλλικά, τα μόνα τουρκικά των είνε οι χαιρετισμοί «μερχαμπά» και «σελαμναλέκιμ», τους οποίους διαμοίβουν μόνο μεταξύ των, μικραί τινές προσευχαί από τας οποίας δεν εννούν τίποτε και τινες όρκοι και επιφωνήματα, «Για Ραμπή! Ραμπήμ Αλλά! Μαχιαλά!».[5]
Κάποιος Τουρκοκρητικός εξέδωσε μια μετάφραση ενός περσικού ποιήματος με τίτλο «Συμβουλαί πατρός προς υιόν»:
«Τα πράγματά ‘νε δύσκολα, παιδί μου Αμπντουραχμάνη
γιατί τα ρούχα τα καλά ο μάστορας τα κάνει»
και όταν το ρώτησαν γιατί τα μετέφρασε στην κρητική διάλεκτο απάντησε: «διότι η γλώσσα αυτή, η κρητική, είναι η μητρική μου γλώσσα»[6]. Στην ελληνική, επίσης, γλώσσα, υμνούσαν τα κατορθώματα των ηρώων τους. Το τραγούδι ενός μουσουλμάνου ήρωα του 1866, από το Ηράκλειο, άρχιζε ως εξής:
Ντελή Ξεϊνη Αξεδιανέ, ειντά τονε γραφτό σου
Στς Αράδαινας το φάραγγα να βρης το θάνατό σου[7]
Στα τέλη του 19ου αι. χριστιανοί και μουσουλμάνοι φοιτούσαν σε χωριστά σχολεία. Για το χριστιανικό πληθυσμό ίσχυε η μερική υποχρεωτική φοίτηση, κάθε οικογένεια έπρεπε να στέλνει ένα τουλάχιστον παιδί στο σχολείο, ενώ για τους μουσουλμάνους ίσχυε η υποχρεωτική φοίτηση και για τα δυο φύλα. Δάσκαλος, στα μουσουλμανικά σχολεία, ήταν ο Χότζας, ο ιεροκήρυκας που εξηγούσε το Κοράνι στα τζαμιά (β. Παράρτημα, εικ.15), μαζί με κάποιον βοηθό. Το πρόγραμμα αποτελούνταν κυρίως από «ιερά μαθήματα». «Όλοι οι μαθηταί, ανεξαιρέτως, γράφει ο Κ. Φουρναράκης,[8] ήσαν συγκεντρωμένοι εις εν και το αυτό δωμάτιον, όπου καθήμενοι οκλαδόν επί του δαπέδου και τοποθετούντες επί ενό σκίμποδος το βιβλίον εμελέτων και ανεγίνωσκον γεγωνυία τη φωνή εν διαρκεί κινήσει της κεφαλής. Εν τω δωματίω τούτω παρήγετο τοιουτοτρόπως τόσος θόρυβος όσος και κατά την ώραν της δοκιμής των μουσικών οργάνων» και συνεχίζει περιγράφοντας την πρώτη μέρα του παιδιού στο σχολείο κατά την οποία γινόταν μια μικρή τελετή στο σπίτι του μαθητή. Έντυναν το μαθητής ή τη μαθήτρια με καινούρια ρούχα και κάλυπταν το κεφάλι τους και τους ώμους με ένα διάφανο πέπλο, γύρω από το οποίο κρέμονταν «χρυσοειδή σύρματα και άλλα κοσμήματα». Ο μαθητής καθόταν σε μια γωνιά του δωματίου, όπου μια ηλικιωμένη δασκάλα του διάβαζε μια ευχή. Στη συνέχεια προσφέρονταν στους καλεσμένους σερμπέτια και γλυκά «ιδίως Ακιντέδες» και εύχονταν όλοι «Καλή πρόοδο». Μετά την αποχώρηση των ανδρών, οι γυναίκες συνόδευαν, σε πομπή με βραδύ βήμα, το μαθητή ή τη μαθήτρια, οι οποίοι «έφεραν επί της κεφαλής σκίμποδα πεποικιλμένων με σεντέφια και επ’ αυτού το Κοράνιον», στο σχολείο, όπου τελούνταν μια δοξολογία.

[1] Aubyn Trevor-Battye, 1989
[2] Κ. Καλλιατάκη, 1988, σ.235
[3] V. Bernard, στο Η καθημερινότητα της διαπολιτισμικής συνύπαρξης, 2000, σ.12
[4] Κ. Φουρναράκης, 1929, σ. 26
[5] Ι. Κονδυλάκης, 1961, σ. 381
[6] Κ. Γ. Φουρναράκης, 1929, σ. 7
[7] Ι. Κονδυλάκης, 1961, σ. 381
[8] στο Η καθημερινότητα της διαπολιτισμικής συνύπαρξης, σσ. 35-36 http://users.sch.gr/psaroudak/video/hiphop.htm

Οί φόροι καί ο Ναός τού Αγίου Σάββα


Φόροι στην αλληλογραφία των Σέρβων για να τελειώσει ο ναός του Αγίου Σάββα

Οι Σέρβοι μέσα στη φτώχεια τους καλούνται να επωμισθούν και το οικονομικό βάρος της ανέγερσης του μεγαλύτερου ορθόδοξου ναού του κόσμου, ενός έργου ιδιαίτερα δαπανηρού λαμβανομένης υπόψη της δραματικής οικονομικής κατάστασης, που βρίσκεται η χώρα.
Η νέα ηγεσία αποφάσισε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει την εκκλησία του Αγίου Σάββα στο κέντρο του Βελιγραδίου, που θεμελιώθηκε το 1936, και άρχισε να χτίζεται επί Μιλόσεβιτς, και για να εξασφαλίσει κονδύλια προσφεύγει στη φορολόγηση των πολιτών μέσω της αύξησης κατά 20% της τιμής των γραμματοσήμων! Αντιδράσεις στην κοινή γνώμη δεν εκδηλώθηκαν από την απόφαση της κυβερνήσεως να βάλει φόρους στην αλληλογραφία των πολιτών - η οποία είναι μεγάλη λόγω των εκατομμυρίων αποδήμων- υπέρ ενός έργου που στο κάτω-κάτω της γραφής δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πρώτης ανάγκης στη δύσκολη συγκυρία που διανύει η Γιουγκοσλαβία.
Οι Σέρβοι υπομένουν αυτό το φορτίο αγόγγυστα. Γι' αυτούς ο Άγιος Σάββας είναι σύμβολο θρησκευτικό και εθνικό και η ηγεσία τους ξέρει καλά ότι μόνο πολιτικά ωφέλη θα έχει από την ολοκλήρωση του γιγαντιαίου ναού, καθώς πέραν της συμπαθείας των πιστών, θα ενισχύσει και τους δεσμούς της με την Ορθόδοξη Σερβική Εκκλησία, που ανέκαθεν είχε λόγο στα δημόσια πράγματα.
Όποιος βρεθεί στο Βελιγράδι και στρέψει το βλέμμα του προς το κέντρο της παλιάς πόλης θα αντικρίσει τον επιβλητικό τρούλο του Αγίου Σάββα, με τον δωδεκάμετρο επίχρυσο σταυρό στην κορυφή του.

Χτισμένος στο λόφο Βράτσερ, όπου κατά τα ιστορικά γεγονότα επί οθωμανικής αυτοκρατορίας κάηκαν τα λείψανα του Αγίου Σάββα,γιού του βασιλιά Στέφανου Νεμάνια, ο ναός είναι ορατός από κάθε σημείο του Βελιγραδίου. Όταν τα περασμένα χριστούγεννα ήχησαν για πρώτη φορά οι εξήντα τέσσερις καμπάνες, βάρους από εξίμιση κιλά ως εξίμιση τόνους, σκόρπισαν ρίγη θρησκευτικής και εθνικής συγκίνησης στον πληθυσμό του Βελιγραδίου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής αφού ο ήχος ακούγεται σε ακτίνα είκοσι περίπου χιλιομέτρων. Ο ναός αυτός καλύπτει μια έκταση ίσα με δύο γήπεδα του ποδοσφαίρου και οι φιλοδοξίες των σχεδιαστών ήταν να φτιάξουν τη μεγαλύτερη ορθόδοξη εκκλησία στον κόσμο.
Άρχισε να χτίζεται το 1936
Ο Αλεξάντερ Καραγιόργεβιτς παραχώρησε το χώρο στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας για την ανέγερση του ναού, που άρχισε να χτίζεται το 1936, αλλά ήρθε ο πόλεμος και σταμάτησε.
Ο Τίτο δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον, για να έρθει ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς το 1989 ο οποίος για να εξασφαλίσει την υποστήριξη της εκκλησίας στα σχέδια του, έθεσε σε κίνηση τις διαδικασίες ολοκλήρωσης του ναού, που σήμερα έχει μεν χτιστεί ολόκληρος από μπετόν, πλην όμως παραμένει ημιτελής καθώς θα πρέπει να καλυφθεί από μάρμαρο, να φιλοτεχνηθεί στο εσωτερικό του, κ.λπ. Η σερβική ηγεσία έθεσε μεταξύ των πρώτων προτεραιοτήτων της την περάτωση του ναού του Αγίου Σάββα, αποφασισμένη να διαθέσει προς τούτο κονδύλια, τη στιγμή που το 40% του πληθυσμού βρίσκεται κάτω του ορίου της φτώχειας και το κράτος δυσκολεύεται να καταβάλλει ακόμα και τις συντάξεις.
Οι Σέρβοι είναι ένας βαθιά θρησκευόμενος λαός και οπωσδήποτε θα κατατάξουν πολύ ψηλά στην εκτίμηση τους εκείνον που θα τους φτιάξει μια εκκλησία, όμοια της οποίας δεν θα υπάρχει στον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο.
---
Τό ίδρυμα «Άγιος Σάββας» ήταν η οργάνωση πού χρηματοδοτούσε στις αρχές τού Μακεδονικού Ζητήματος τούς Βούλγαρους κομιτατζήδες.Δηλαδή Σέρβοι καί Βούλγαροι είχαν τότε συμφωνήσει γιά την μεταξύ τους μοιρασιά της Μακεδονίας.Αργότερα διαφώνησαν.

Σέρβοι πράκτορες πιάνονται να δωροδοκούν..

Σέρβοι πράκτορες πιάνονται να δωροδοκούν για να εξασφαλίσουν «μάρτυρες» για εμπορεία οργάνων στο Κόσσοβο| Agjentë serbë kapen në flagrancë tek kërkojnë “dëshmitarë” për tregëtimin e organeve në Kosovë

29/08/2009
Η κρατική τηλεόραση του Κοσσόβου εξασφάλισε και μετέδωσε ένα πολύ σημαντικό βίντεο ντοκουμέντο. Σέρβοι πράκτορες εμφανίζονται να παζαρεύουν « με αυτόπτη μάρτυρα» τα λεφτά που θα πάρει σε περίπτωση που καταθέτη ότι του πήραν τα όργανα. Μάλιστα, για να τον πείσουν του αναφέρουν και άλλη περίπτωση που «μάρτυρας» κέρδισε 300.000 ευρώ. Λεφτά, που όπως τον διαβεβαιώνουν, “τα δίνει το Σερβικό κράτος” και δεν έχει τίποτα να φοβηθεί.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η σιωπή της Σερβίας , που όπως αναφέρει το ρεπορτάζ , “μέχρι τώρα δεν έχει καν ασχοληθεί με τους πράκτορές της που είναι στα χέρια των Αρχών του Κοσσόβου και εμπλέκουν άμεσα την κυβέρνηση της”.
Δίχως άλλο, μια νέα εξέλιξη στο θέμα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.


http://www.youtube.com/watch?v=KGYqdvyRXy0&feature=player_embedded

Televizioni shtetëror i Kosovës siguroi dhe trasmetoi një video dokument mjaft të rëndësishme. Agjentë serbë duken të bëjnë pazare me “dëshmitar okular” paratë që do marrë në rast se pranon të kallëzojë se i morën dhe i tregëtuan organe. Madje, për ta bindur, i referohen edhe një rasti tjetër ku “dëshmitar okular” fitoi 300.000 euro! Para, që siç e sigurojnë, “i jep shteti serb” dhe nuk ka përse të shqetësohet.
Ajo që duhet shënuar, është heshtja zyrtare e Serbisë, që sikurse thuhet në reportazh, “deri tani nuk është interesuar për fatin e agjentëve që ndodhen në duart e autoritetve Kosovare dhe implikojnë drejpërdretjë qeverinë e saj”.
Me siguri një zhvillim shumë i rëndësishëm dhe me mjaft interes.

e-saloni.: Σέρβοι πράκτορες πιάνονται να δωροδοκούν για να ...

2

«ΠΟΥΣΤΗ ΕΛΛΗΝΑ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ»

14 Αύγουστος 2009


Γεωργιανοί έδερναν και βασάνιζαν Ελληνα μετά από σύγκρουση ποδηλάτων στο πάρκο της Κατερίνης!!!!!!

Ανάστατοι και εξοργισμένοι είναι οι πολίτες της Κατερίνης από τον άγριο ξυλοδαρμό σε βάρος νεαρού Κατερινιώτη από Γεωργιανούς χτες το βράδυ στο κέντρο της Κατερίνης, ο οποίος μαρτύρησε κυριολεκτικά αβοήθητος στα χέρια των προκλητικών αλλοδαπών.
Όλα ξεκίνησαν χτες το βράδυ στις 10 περίπου στο Πάρκο της Κατερίνης, όταν ένας Γεωργιανός έπεσε με το ποδήλατο του πάνω στο ποδήλατο, στο οποίο επέβαινε ο 22χρονος Κατερινιώτης.

Ο Γεωργιανός γρονθοκόπησε αμέσως τον 22χρονο και μαζί με άλλους ομοεθνείς του, άρχισαν να τον καταδιώκουν στο κέντρο της Κατερίνης. Ο νεαρός μπήκε τρέχοντας μέσα σε ένα γυράδικο, για να ζητήσει βοήθεια και αμέσως ξοπίσω του όρμησε ένας από τους διώκτες του και αφού άρπαξε από το κατάστημα ένα τεράστιο μαχαίρι αποπειράθηκε να σφάξει τον 22χρονο Κατερινιώτη. Ο νεαρός κατάφερε να διαφύγει τρέχοντας, ενώ ο ιδιοκτήτης του γυράδικου πρόλαβε να αρπάξει το μαχαίρι από τα χέρια του Γεωργιανού.

Οι Γεωργιανοί συνέχισαν να καταδιώκουν τον νεαρό, τον οποίο έπιασαν πιο κάτω αποκαμωμένο και άρχισαν να τον χτυπούν αλύπητα, ενώ παράλληλα τον έβριζαν χυδαία: "π.....η Έλληνα θα πεθάνεις". Τον απήγαγαν από εκείνο το σημείο και αφού τον έσυραν σε μια απόσταση πάνω από 700 μέτρα τον ξαναπήγαν στο Πάρκο της Κατερίνης, όπου συνέχισαν να τον βασανίζουν και να τον δέρνουν άγρια, ώσπου τελικά έφτασαν αστυνομικοί και συνέλαβαν δύο από τους δράστες, ενώ αναζητούνται άλλοι τρεις. Ο νεαρός μεταφέρθηκε τραυματισμένος στο νοσοκομείο.
Οι συλληφθέντες κρατούνται στα κρατητήρια της ασφάλειας Κατερίνης και αύριο θα οδηγηθούν στο εδώλιο του δικαστηρίου.
Το προκλητικό συμβάν έχει προκαλέσει μεγάλη ανησυχία στους πολίτες της Κατερίνης, ενώ οι συγγενείς του θύματος εξοργισμένοι απειλούν να πάρουν το νόμο στα χέρια τους. Oι πολίτες αγανακτισμένοι καταγγέλουν ότι φοβούνται κατά τις νυχτερινές ώρες να κυκλοφορήσουν στο Πάρκο της Κατερίνης, όπου μαζεύονται σε ορισμένα σημεία μονίμως παρέες Γεωργιανών, οι οποίοι μεθοκοπούν και προκαλούν τους περαστικούς.