Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Ελληνοαλβανική συμμαχία


Η πιο γνωστή περίπτωση συνεργασίας μουσουλμάνων-χριστιανών είναι η λεγόμενη ελληνοαλβανική συμμαχία του 1821, που επικυρώνεται με έγγραφο της 1ης Σεπτεμβρίου 1821(1) και συνιστά την κατάληξη εξελίξεων που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1820, όταν ξέσπασε η από καιρό σοβούσα κρίση μεταξύ Αλή πασά και σουλτάνου.


Όψεις «συνεργασίας» χριστιανών και μουσουλμάνων στην περίοδο της ...
ΟΜΕΡ ΒΡΥΩΝΗΣ Το 1822, όταν ο μικρασιατικής καταγωγής Κιουταχής εκστρατεύει στη δυτική Στερεά Ελλάδα, ο Αλβανός ανταγωνιστής του Ομέρ Βρυώνης, που διατηρούσε δεσμούς με χριστιανούς επαναστάτες οπλαρχηγούς, γράφει στον Γεώργιο Βαρνακιώτη: «Φίλε μου και πιστέ μου καπετάν Γεωργάκη, σου φιλώ τα μάτια. Και αυτού έρχεται ο χαλτούπης [χαλντούπης = υποτιμητική ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι Αλβανοί για τους μικρασιάτες Οθωμανούς όπως ο Κιουταχής] και κοιτάξτε να μη με εντροπιάσετε, αλλά να τον κτυπήσετε, όσο και αν ημπορείτε. Αλλέως μη κάμετε, χαράμι να σας γένη!



Του Παναγιώτη Στάθη


Για την παραδοσιακή εθνική ιστοριογραφία, η επανάσταση του 1821 συνιστά την κατάληξη δύο αδιάκοπα αντιπαρατιθέμενων εθνών: των κατακτητών Τούρκων και των σκλαβωμένων Ελλήνων. Καθώς όμως ο κύριος ταυτοτικός προσδιορισμός στην οθωμανική περίοδο ήταν θρησκευτικός, η εθνική ιστοριογραφία διολισθαίνει σε μια εθνική τυπολογία, όπου οι χριστιανοί των ελλαδικών περιοχών είναι Έλληνες και, αντιστοίχως, οι μουσουλμάνοι είναι Τούρκοι. Παράλληλα, η εθνική ιδεολογία καθιστά το έθνος μια οντότητα αχρονική και ανιστορική, χωρίς σημαντικές αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου και χωρίς ανταγωνιστικές κοινωνικές ή εθνοτικές ταυτότητες που να διαμφισβητούν την πρωταρχικότητα αφοσίωσης στο έθνος. Για την εθνική ιστοριογραφία, οι όποιες σχέσεις ή συνεργασίες χριστιανών με μουσουλμάνους, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, είτε εξοβελίζονται ως προδοσίες είτε εκλαμβάνονται ως τεχνάσματα των Ελλήνων για να ξεγελάσουν τους Τούρκους.
Ωστόσο, η δυνατότητα ακριβώς αυτών των συνεργασιών υποδεικνύει ότι η μετάβαση από τις παραδοσιακές προεπαναστατικές ταυτότητες στην εθνική δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε αυτόματη, χωρίς δηλαδή επαναπροσδιορισμούς που συντάραζαν συθέμελα τον ιδεολογικό κόσμο των κοινωνικών υποκειμένων. Στον παραδοσιακό οθωμανικό κόσμο είχαν διαμορφωθεί ιδεολογικά μορφώματα που νομιμοποιούσαν την υποταγή των χριστιανών, είχαν όμως, παράλληλα, διαμορφωθεί κοινωνικές ιεραρχίες ή σχέσεις που έτεμναν κάθετα την οριζόντια διαστρωμάτωση μουσουλμάνων-χριστιανών: λ.χ. ο χώρος των επαγγελματιών ενόπλων χαρακτηριζόταν από έντονη κοινωνική κινητικότητα και μεικτή θρησκευτική δομή, μολονότι η κινητικότητα αυτή είχε περιορισμένα όρια για τους χριστιανούς. Παραδοσιακές προσλήψεις της κοινωνικής οργάνωσης και διαθρησκευτικοί δεσμοί μπορούσαν να ανακληθούν, κάθε φορά που η επανάσταση έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα ή τις ζωτικές ανάγκες κοινωνικών ομάδων ή ατόμων.
Η πιο γνωστή περίπτωση συνεργασίας μουσουλμάνων-χριστιανών είναι η λεγόμενη ελληνοαλβανική συμμαχία του 1821, που επικυρώνεται με έγγραφο της 1ης Σεπτεμβρίου 1821(1) και συνιστά την κατάληξη εξελίξεων που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1820, όταν ξέσπασε η από καιρό σοβούσα κρίση μεταξύ Αλή πασά και σουλτάνου. Ισχυρά σουλτανικά στρατεύματα εκστράτευσαν εναντίον του ανυπάκουου στην Πύλη και ημιαυτόνομου Αλή, ενώ οι εντεταλμένοι για την άμυνα σε διάφορα σημεία του πασαλικιού, χριστιανοί και μουσουλμάνοι οπλαρχηγοί του Αλή, μπροστά στις υπέρτερες σουλτανικές δυνάμεις, «προσκύνησαν», αφήνοντας τα σουλτανικά στρατεύματα να περάσουν ελεύθερα, και οι περισσότεροι πέρασαν στο σουλτανικό στρατόπεδο με αντάλλαγμα τη διατήρηση αρματολικιών και διοικητικών θέσεων. Ανάμεσά τους, ήταν γνωστοί αρματολοί, όπως οι Λαζαίοι, Βλαχαβαίοι, Καρατάσος, Μπακόλας, Στορνάρης, Ανδρούτσος, ακόμη και οι γιοι του Αλή πασά. Έτσι, οι σουλτανικοί φτάνουν εύκολα στα Γιάννενα και αρχίζουν να πολιορκούν τον Αλή. Παράλληλα, καλούν όσους είχε εκδιώξει ο Αλής από τις περιοχές τους (όπως οι Σουλιώτες) να επιστρέψουν και να ενισχύσουν τις σουλτανικές δυνάμεις, με αντάλλαγμα την επανεγκατάσταση στα χωριά τους.


Οι Σουλιώτες
Τον Σεπτέμβριο του 1820, ο Αλή πασάς έχει μείνει σχεδόν μόνος στα Γιάννενα και οι μέρες του δείχνουν μετρημένες. Ωστόσο, η απρόσμενη αντοχή του στην πολιορκία και οι διογκούμενες δυσαρέσκειες πολλών οπλαρχηγών του σουλτανικού στρατοπέδου, εξαιτίας της αθέτησης των σουλτανικών υποσχέσεων για απονομή αξιωμάτων, αλλάζουν τη ροή των πραγμάτων. Οι Σουλιώτες, βλέποντας ότι οι σουλτανικοί αποφεύγουν να τους δώσουν το Σούλι, προσχωρούν στον Αλή πασά, με αντάλλαγμα το Σούλι. Στον Αλή πασά επιστρέφουν και αρκετοί μουσουλμάνοι Αλβανοί αγάδες, πρώην οπλαρχηγοί του Αλή, που είχαν προσχωρήσει στους σουλτανικούς και δυσαρεστήθηκαν από τη βαθμιαία υποβάθμισή τους στο σουλτανικό στρατόπεδο. Από τον Ιανουάριο του 1821, Σουλιώτες και Αλβανοί αγάδες δρουν από κοινού εναντίον των σουλτανικών στρατευμάτων και καταφέρνουν, μέχρι το καλοκαίρι του 1821, να ελέγξουν μεγάλο τμήμα της Ηπείρου. Παράλληλα, την άνοιξη ξεκινά η επανάσταση στην Πελοπόννησο και την ανατολική Στερεά, ταραχές και ανταρσίες ξεσπούν στην Αλβανία και διογκώνεται η δυσαρέσκεια των αγροτικών πληθυσμών της Ηπείρου και της δυτικής Στερεάς, εξαιτίας της κρίσης που επιφέρει η πολεμική σύγκρουση Αλή-σουλτάνου στην περιοχή τους (αναγκαστική φορολόγηση για τη σίτιση των στρατευμάτων και συνεχείς λεηλασίες). Οι εξελίξεις μοιάζουν να γέρνουν προς την πλευρά του Αλή πασά. Οι χριστιανοί αρματολοί των δυτικοελλαδικών περιοχών, πιεζόμενοι από βορρά, νότο και από τους πληθυσμούς των αρματολικιών τους, αλλάζουν στάση και σχεδόν ταυτόχρονα προσχωρούν στην ελληνική επανάσταση και συνάπτουν την προαναφερόμενη συμμαχία με τους Σουλιώτες και τους Αλβανούς αγάδες το καλοκαίρι του 1821. Στο κείμενο της συνθήκης, που έχει διακηρυγμένο σκοπό τη σωτηρία του Αλή πασά και «του εαυτού» τους, υπάρχουν δύο ρήτρες που ξεφεύγουν από το πνεύμα υποταγής στον Αλή: 1. Αν ο Αλή πασάς, όταν σωθεί, προσπαθήσει να βλάψει κάποιον από τους συμμάχους, όλοι οι σύμμαχοι οφείλουν να αντισταθούν. 2. Όσα τσιφλίκια είχε πάρει ο Αλής με τη βία, να απελευθερωθούν και να φορολογούνται ως ελεύθερα χωριά και όχι ως τσιφλίκια.
Η συνθήκη υπαγορεύεται από τις στρατηγικές διατήρησης των κεκτημένων συμφερόντων των παραδοσιακών επαγγελματιών ενόπλων και δεν εντάσσεται στους σχεδιασμούς της επανάστασης, μολονότι για λόγους τακτικής επιδοκιμάζεται από τις επαναστατικές αρχές. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1821 δημοσιεύεται στην εφημερίδαΑιτωλική του Μεσολογγίου το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι, που αναφέρεται στους μουσουλμάνους Αλβανούς της συμμαχίας:
«Aγάδες της Aλβανιτιάς του Λιουμ Tεπελένας
και σεις από τα άντικρυς χωρία της Δερβένας
η φήμη σας ονόμασε πύργους εμπιστοσύνης
γνήσια τέκνα της τιμής και της ευγνωμοσύνης».(2) 
Επακόλουθο, ώς ένα βαθμό, αυτής της συμμαχίας είναι η χωριστή συνθήκη αποχώρησης που συνάπτουν οι έγκλειστοι στην πολιορκημένη Τριπολιτσά μουσουλμάνοι Αλβανοί με τους Έλληνες πολιορκητές. Οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς είχαν συγγενικούς και άλλους δεσμούς με τους Αλβανούς αγάδες της προαναφερόμενης συμμαχίας. Οι Αλβανοί αγάδες που υπέγραψαν τη συμμαχία της 1ης Σεπτεμβρίου, μαθαίνοντας τη δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Τριπολιτσά, ζήτησαν από τους χριστιανούς συμμάχους τους να μεσολαβήσουν για τον απεγκλωβισμό των εγκλείστων Αλβανών. Έτσι, εστάλησαν στην Τριπολιτσά οι προεστοί της Αιτωλοακαρνανίας, Χρηστάκης Στάικος και Δημήτρης Καραπάνος. Τελικά, μετά από διαπραγματεύσεις, κατέστη δυνατή στις 18 Σεπτεμβρίου 1821 συμφωνία μεταξύ των πολιορκημένων Αλβανών και των πολιορκούντων Ελλήνων, να αποχωρήσουν οι πρώτοι με τα όπλα τους και την κινητή περιουσία τους στην Ήπειρο και να μην ξαναπολεμήσουν κατά των Ελλήνων. Ο Κολοκοτρώνης, σε επιστολή του της 21/9/1821 προς τους Υδραίους προκρίτους, ανακοινώνει τη συμφωνία: «ήδη εποιήσαμεν συνθήκας μετά των Αλβανιτών και τοις εδώσαμεν την άφεσιν ανεπηρέαστον της εξόδου των διά την Ρούμελην προς τον Αλή πασάν, ποιήσαντες συμφωνίαν και συμμαχίαν μετ’ αυτών εν όσω ζη ο Αλή πασάς και είναι μεθ’ ημών, να είναι και αυτοί σύμμαχοι αχώριστοι […] Και αφού συν Θεώ απαλλαγώμεν των Αλβανιτών ελπίζομεν εντός ολίγου την καταστροφήν των εγχωρίων».(3) Έτσι, κατά την άλωση (23/9), σε εφαρμογή της συμφωνίας, οι Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας προστάτεψαν τους 2.000 περίπου Αλβανούς και τους συνόδεψαν μέχρι το Αίγιο.
Το φθινόπωρο του 1821, κατά την εκλογή αντιπροσώπων για την Α' εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, οι Αλβανοί αγάδες ορίζουν τους μουσουλμάνους Tαχήρ Aμπάζη και Zατόμπεη Bασιάρη. Αυτοί, περνώντας από την Αιτωλοακαρνανία, βλέπουν ότι οι χριστιανοί έχουν βεβηλώσει τα τζαμιά και κακοποιήσει τις μουσουλμάνες γυναίκες και έχουν εξεγερθεί εναντίον όλων των μουσουλμάνων αδιακρίτως. Οι Αμπάζης και Βασιάρης επιστρέφουν στην Ήπειρο, την ώρα που ο Αλή πασάς, εξουθενωμένος από τη μακρά πολιορκία, δείχνει πλέον να μην αντέχει. Ο παλαιός Αλβανός σύντροφός τους, Ομέρ Βρυώνης, ως εκπρόσωπος του σουλτανικού στρατοπέδου, διαπραγματεύεται με ελκυστικές προτάσεις την επιστροφή τους στην οθωμανική νομιμότητα. Τον Δεκέμβριο του 1821, οι αγάδες, εκτιμώντας ότι πλέον η πλάστιγγα γέρνει στην πλευρά της Πύλης, αποσύρονται από τη συμμαχία. Το 1822, τα σουλτανικά στρατεύματα θα κυριεύσουν τα Γιάννενα και το Σούλι, ενώ το φθινόπωρο του 1822 θα καταλάβουν ολόκληρη τη δυτική Στερεά και θα πολιορκήσουν το Μεσολόγγι. Πολλοί χριστιανοί αρματολοί της δυτικής Ελλάδας αναγκάζονται να προσκυνήσουν, ενώ ορισμένοι, όπως οι Μπακόλας, Κουτελίδας, Βαρνακιώτης, θα παραμείνουν στην οθωμανική πλευρά σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης.
Οι Σουλιώτες, πρόσφυγες και πάλι, αναγκάζονται να συστρατευτούν στην ελληνική επανάσταση και βαθμιαία να ταυτιστούν με την εθνική ιδεολογία. Εάν το 1822 ο διαφωτιστής Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης τους χαρακτηρίζει ακόμη «Αλβανούς - φιλοχρήματους δηλονότι και ανίδεους του κόσμου»,(4) το 1828 ο δερβέναγας Κραβάρων, Αχμέτ Νεπρεβίστα, γράφει στον Κίτσο Τζαβέλα: «Και δια τόπον ελληνικόν όπου τον λέγεις, εδώ τόπος είμαι εγώ και νισαλά θέλεις με γνωρίσης ογλίγωρα. Μωρέ Κίτζο εγώ σε ηξεύρω Αρβανίτην ωσάν εμένα, εσύ πού στον διάβολο τα έμαθες αυτά τα ελληνικά και εγώ δεν το ξεύρω».(5)
Η παραπάνω συμμαχία εγγράφεται σε ατομικές στρατηγικές των μελών της για τη διατήρηση ή τη βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης. Εγγράφεται επίσης σε παραδοσιακούς δεσμούς μεταξύ αλβανόφωνων χριστιανών και μουσουλμάνων ή μεταξύ επαγγελματιών ενόπλων, που, ώς ένα βαθμό, διατηρήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης. Η συμμαχία διευκολύνθηκε επίσης από την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης αλβανικής πολιτισμικής ταυτότητας, που επέτρεπε στους μεν μουσουλμάνους Αλβανούς να μην ταυτίζονται με τους Τούρκους, στους δε Έλληνες να διαφοροποιούν τους Αλβανούς από τους Τούρκους, επικαλούμενοι πολιτισμικές συγγένειες με τους Αλβανούς. Στο σύμπλεγμα αυτών των παραγόντων μπορεί να αποδοθεί το ότι η πλειονότητα των μουσουλμάνων που πήραν μέρος στην επανάσταση στο πλευρό των Ελλήνων ήταν Αλβανοί. Ανάλογα ερμηνεύονται και περιπτώσεις χριστιανών που πολέμησαν στις γραμμές των οθωμανικών στρατευμάτων, ακόμη και στο τέλος της επανάστασης: το 1828 ο Δ. Υψηλάντης επιτέθηκε στο χωριό Στεβενίκος της Βοιωτίας «το οποίον εφυλάττετο από εκατόν δέκα Τούρκους [= μουσουλμάνους] και τριάκοντα υπομισθίους Έλληνας, αρχηγός των οποίων ήτον Ιωάννης τις Ζεληνιώτης· τούτους άπαντας, ορμήσαντες οι Έλληνες εις τα οχυρώματα, εκυρίευσαν μετά δέκα λεπτών πεισματώδη μάχην, φονεύσαντες εξ αυτών τεσσαράκοντα τρεις».6
Στο ίδιο πλαίσιο μπορούν επίσης να ενταχθούν τα παρακάτω, από μια πλειάδα παρόμοιων, περιστατικά: Το 1822, όταν ο μικρασιατικής καταγωγής Κιουταχής εκστρατεύει στη δυτική Στερεά Ελλάδα, ο Αλβανός ανταγωνιστής του Ομέρ Βρυώνης, που διατηρούσε δεσμούς με χριστιανούς επαναστάτες οπλαρχηγούς, γράφει στον Γεώργιο Βαρνακιώτη: «Φίλε μου και πιστέ μου καπετάν Γεωργάκη, σου φιλώ τα μάτια. Και αυτού έρχεται ο χαλτούπης [χαλντούπης = υποτιμητική ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι Αλβανοί για τους μικρασιάτες Οθωμανούς όπως ο Κιουταχής] και κοιτάξτε να μη με εντροπιάσετε, αλλά να τον κτυπήσετε, όσο και αν ημπορείτε. Αλλέως μη κάμετε, χαράμι να σας γένη! Ειπέ και του Ανδρέα [= Ανδρέα Ίσκου, ισχυρού οπλαρχηγού της επαρχίας Βάλτου] τα χαιρετήματα, και να μη δώση το ντουφέκι εις τον φίλον! [ειρωνική αναφορά στον Κιουταχή] από το κοντάκι ακάπνιγον, αλλ' από τον γλούπον [= στόμιο του όπλου] καπνισμένον».(7)
Το 1828 ο Γ. Δυοβουνιώτης προσπάθησε να πείσει τους Αλβανούς υπερασπιστές του Διστόμου να του παραδώσουν το χωριό, λέγοντας τα εξής: «Επειδή και είσθαι Αλβανοί και με το να έχωμεν μαζύ σας παντοτεινήν σχέσιν, και φιλίαν, σας συμβουλεύω ν’ αφήσετε το Δίστομον και υπάγετε εις την Λαμίαν, πριν έλθη ο Στρατάρχης [= Δ. Υψηλάντης] με το πολύ στράτευμα· διότι τότε και να παραδοθήτε, μέλλετε να χάση τουλάχιστον τα όπλα, τώρα όμως σας αφήνω ελευθέρους να λάβετε όλα σας τα πράγματα […]». Πεισθέντες τελικά οι Αλβανοί αποχώρησαν.(8)
Όλα τούτα δεν αναιρούν φυσικά το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι Αλβανοί στην επανάσταση συντάχθηκαν κατά βάση με την Πύλη, καθώς η κύρια ταυτοτική διάκριση στον οθωμανικό κόσμο ήταν θρησκευτική και συνακόλουθα το θρήσκευμα ήταν βασικός, όχι όμως αποκλειστικός, παράγοντας της κοινωνικής ιεράρχησης. Υποδεικνύουν επίσης ρωγμές που υπήρχαν σε αυτό το παραδοσιακό πλαίσιο, αλλά και ρωγμές που επέφερε βαθμιαία η έλευση των νεωτερικών ιδεών.


* Ο Παναγιώτης Στάθης είναι ιστορικός
1. Για την ελληνοαλβανική συμμαχία βλ. αναλυτικά Βάσω Ψιμούλη, Μάρκος Μπότσαρης, Αθήνα 2010, 24-60· Μανόλης Φανουράκης, «Η ‘ελληνοαλβανική συμμαχία’ του 1821»,Δοκιμές, 8 (φθινόπωρο 1999), 127-156. Για τις δύο σωζόμενες εκδοχές του εγγράφου, με μικροδιαφορές ανάλογα με τον αποδέκτη, βλ. Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον Αλ. Μαυροκορδάτου, Αθήνα 1963, τχ. 1, 61-63 και Νεόφυτος Φυσεντζίδης,Ανέκδοτοι αυτόγραφοι επιστολαί των επισημοτέρων ελλήνων οπλαρχηγών, Αλεξάνδρεια 1893, 93-94
2 Αικατερίνη Κουμαριανού (επιμ.), Ο Τύπος στον Αγώνα, Αθήνα 1971, τ. Α', 21
3. Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. 3, Αθήνα 1957, 302
4. Εμμ. Πρωτοψάλτης, ό.π., 216
5. Βάσω Ψιμούλη, Σούλι και Σουλιώτες, Αθήνα, Εστία, (2)2005, 471
6. Χριστόφορος Περραιβός, Πολεμικά Απομνημονεύματα, Αθήνα 1836, τ. Β', 171
7. Γεώργιος Γαζής, Λεξικόν της επαναστάσεως και άλλα έργα, Ιωάννινα 1971, 27-28
8. Χριστόφορος Περραιβός, ό.π., 172
ΒΛΕΠΕ:Καραϊσκάκης