Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Κάθοδοι Αρβανιτών

Είναι γνωστό ότι οι Αλβανοί εμφανίζονται στην ιστορία από τα μέσα του ΙΑ' αιώνα, όταν το 1043 συνδράμουν στην Ιστρία τον Βυζαντινό στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη. Η ειρηνική διείσδυση Αλβανών στις βόρειες ελληνικές χώρες προσδιορίζεται χρονικά πριν από τον 12ο αιώνα. Έτσι έχουμε αλβανόφωνους κατοίκους της Μακεδονίας οι οποίοι ζούσαν μεμονωμένα σε χωριά των καζάδων Ανασελίτσας, Καστοριάς, Φλώρινας και σε συμπαγείς μάζες στον καζά της Κορυτσάς. Η Ελληνική όμως γλώσσα επιβλήθηκε βαθμιαία στα μεγάλα κυρίως κέντρα και οι οικογένειες αυτών εξελληνίστηκαν. 
     Κατά το ΙΔ' αιώνα «κατόπιν χρυσοβούλλου και προστάγματος» βρίσκονται εγκατεστημένοι στα ορεινά της Θεσσαλίας, όπου ζουν κατά πατριαρχικές ομάδες (φάρες) «αβασίλευτοι Μαλακάσιοι, Μπούιοι και Μεσαρίτες», ενώ αργότερα στην Αιτωλία και Ακαρνανία. Ο Αλφόνσος Φαδρίγος της Αραγωνίας, σαν τοποτηρητής του δουκάτου των Αθηνών (1317-1330) και γενικός επίτροπος των δουκάτων Αθηνών και νέων Πατρών από το 1324, επιδίωξε να επεκταθεί προς βορρά, αλλά η προέλασή του προς τη Θεσσαλία ανακόπηκε από τα στρατεύματα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στην αναστολή αυτή της κινήσεώς του συνέβαλαν και μεγάλα πλήθη Αλβανών, που εμφανίσθηκαν τότε στην Θεσσαλία και αναχαίτισαν την προς βορρά ορμή των Καταλανών. Οι Αλβανοί, φεύγοντας από τα άγονα όρη της πατρίδας τους με τις πολλές επιδρομές, τους εμφυλίους πολέμους και τους εκεί διεξαγόμενους αδιάλειπτους αγώνες μεταξύ Βυζαντινών και Ιταλών και διαφόρων άλλων επιδρομέων, έφθαναν στην Θεσσαλία, στην αρχή για λεηλασία και στη συνέχεια για οριστική εγκατάσταση. Οι Αλβανοί επειδή έφεραν μαζί τους τις γυναίκες τους, αυξήθηκαν γρήγορα και άρχισαν να αντικαθιστούν τους Βλάχους, οι οποίοι μέχρι την εποχή εκείνη αποτελούσαν το τον κυρίαρχο πληθυσμό της Θεσσαλίας, η οποία εξαιτίας αυτού του γεγονότος, είχε ονομασθεί Μεγαλοβλαχία. 
     Οι Ενετοί υπέθαλπαν την αλβανική μετανάστευση την οποία θεωρούσαν συμφέρουσα, αφού αποτελούσε φραγμό και απασχόληση των Καταλανών. Και πράγματι, οι Κατα-λανοί δεν μπόρεσαν να επιχειρήσουν νέες επιθέσεις κατά των γειτόνων τους, ενώ οι προσπάθειες τόσο των Καταλανών, όσο και των Ελλήνων, να αποκρούσουν τους Αλβανούς ή να τους πείσουν να φύγουν, απέ¬τυχαν, διότι αυτοί, όχι μόνον δεν έφευγαν, αλλά αυξάνονταν καθημερινά με την άφιξη νέων. Έτσι η Θεσσαλία όλη, εκτός από τα φρούρια που κατείχαν οι Έλληνες ή οι Καταλανοί, καταλήφθηκε μόνιμα από τους Αλβανούς, οι οποίοι εγκατα-στάθηκαν εκεί οριστικά. Στα 1348, όταν λήγει η βυζαντινή κυριαρχία στη Θεσσαλία και αρχίζει η σερβοκρατία, ο κράλης Στέφανος Δουσάν (1331-1355), ο οποίος κυριεύει μεγάλα τμήματα πρώτα της Μακεδονίας, έπειτα της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, διευκολύνει την κάθοδο σ' αυτά και άλλων Αλβανών και Αρβανιτοβλάχων χρησιμοποιώ-ντας πολλούς απ' αυτούς ως μισθοφόρους.
     Την ίδια εποχή ο πληθυσμός της νότιας Ελλάδας έχει αραιωθεί σημαντικά από τις επιδρομές των Τούρκων και των Ναβαραίων, από τους πολέμους των Φράγκων και προ παντός από εξαιτίας των λοιμωδών νοσημάτων, που έφεραν οι Τούρκοι από την Ασία, και αποδεκάτιζαν τη χώρα. Ειδικότερα :
• Με τις πολλές και προς κάθε κατεύθυνση εκστρα-τείες των Καταλανών, επήλθε ερήμωση της χώρας, διότι οι Καταλανοί έκλεβαν τις εκκλησίες, φόνευαν τους ιερείς και έπεφταν σαν ακρίδες μετά την εξάντληση των πόρων της μίας επαρχίας στην άλλη.(Τσεβά, 2/99)
• Η χολέρα, η πανώλη, ο εξανθηματικός τύφος και η ευλογιά έπεφταν με μορφή επιδημίας στο δουκάτο Αθηνών κατά συχνά χρονικά διαστήματα και οι δυστυχείς κάτοικοι δεν αποδεκατίζονταν μόνον, αλλά πολλοί εγκατέλειπαν τα χωριά τους κτίζοντας νέα σε κοντινή σχετικά θέση.
• Το 1348 η πανούκλα, που έμεινε γνωστή στη μεσαιωνική ιστορία σαν Μαύρος Θάνατος, θερίζει τη Μεσόγειο και ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη, από τη Μόσχα ως τη Φλάνδρα. Οι πληθυσμοί των Ελληνικών ακτών και των νήσων αποδεκατίζονται. (Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι Ταξιδιώτες στη Ελλάδα, τόμος Α’ σελ. 238).
     Αλβανοί που είχαν εγκατασταθεί στη Θεσσαλία, είτε με πρόσκληση αρχόντων των Αθηνών και της Πελοποννήσου, είτε πιεζόμενοι από τους Σέρβους του Στέφανου Δουσάν (1348) που είχαν καταλάβει την Θεσσαλία, άρχισαν να κατεβαίνουν νοτιότερα σαν νομάδες ή στρατιώτες, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους ως ιππείς, ιδίως στους Καταλανούς εναντίον των Ναβαραίων. Στην Πελοπόννησο κάλεσε 10 χιλ. αλβανικές οικογένειες ο Μανουήλ Καντακουζηνός, γύρω στο 1370, στις οποίες παραχώρησε γαίας για εγκατάσταση, και αργότερα, γύρω στο 1400, άλλες 10 χιλ. οικογένειες ο Θεόδωρος Παλαιολόγος. Τη μετανάστευση των Αλβανών διευκόλυνε η ερήμωση της Ελλάδος που είχε επέλθη από την παρακμή των Φράγκων και τη σκληρότητα των Καταλανών. Στα μέρη που εγκαταστάθηκαν υπηρετούσαν και ως μισθοφόροι. 
     Επειδή η επιδρομή των Ναβαραίων επέφερε μεγάλα κενά στο δουκάτο των Αθηνών, διότι άλλοι από τους κατοίκους φονεύθηκαν και άλλοι μετανάστευσαν, ο βασιλεύς Πέτρος Ε' της Αραγονίας και Δούκας των Αθηνών (1381-1387), το έτος 1382 κάλεσε Αλβανούς, για να πυκνώσουν τον πληθυσμό, στους οποίους παραχώρησε γη και διετή ατέλεια. Αυτό το έπραξε διότι είχε ανάγκες τόσο σε γεωργούς και κτηνοτρόφους, όσο και για την απόκρουση επικείμενων επιδρομών. Ταυτόχρονα ο Καταλανός διοικητής Ραμόν ντε Βιλανόβα για να εξασφαλίσει την επικυριαρχία του στον Βοιωτικό χώρο, εγκατέστησε Αλβανούς στην Λοκρίδα, αλλά και άλλους από αυτούς σε χωριά της Βοιωτίας, μεταξύ των οποίων είναι στην περιφέρεια της Λιβαδειάς τα χωριά: Βρασταμίτης (Υψηλάντης) Ζαγαράς (Ευαγγελίστρια), Ζερίκια (Ελικών), Κυριάκι, Σιάχος (Πέτρα), Σουληνάρι (Σωληνάρι), ενώ στην περιοχή των Θηβών τα Δόμβραινα (Κορύνη), Στροβίκι και Χώστια.
     Τότε φαίνεται ότι έγινε η μεγάλη Αλβανική εποίκηση στην Αττική και Βοιωτία. Σε λίγο βλέπουμε 1500 Αλβανούς ιππείς να περιτρέχουν την Αττική για να επιβάλουν την τάξη. Ανάλογη αστυνόμευση γινόταν και στην Βοιωτία. Ο ηγέτης των Ιταλών Νέριος είχε μισθοφόρους Αλβανούς στην Κόρινθο, τους οποίους εγκατέστησε αργότερα στην Αττική και την Βοιωτία. Έτσι διπλασιάσθηκε ο αλβανικός πληθυσμός Αττικής και Βοιωτίας. Εγκατάσταση Αλβανών έγινε και αργότερα στα ορεινά της Βοιωτίας μετά την κατάλυση, από τον Κάρολο Τόκκο το 1418, της Αλβανικής κυριαρχίας στην Ήπειρο και την κάθοδο των Αλβανών στην Αττική. Από την Αττική κινήθηκαν σιγά – σιγά και προς τα νησιά Σαλαμίνα, Πόρο, Ύδρα, Σπέτσες, αφού η ερήμωσή τους οδήγησε στον εποικισμό από Αλβανούς. (Μετοίκισις Αλβανών εις Ίον, Νησιωτική Επετηρίς τομ. 1).
     Εδώ είναι ανάγκη να τεθεί υπόψη όχι μόνο το θέμα της ειρηνικής συμβίωσης και των επιμιξιών Ελλήνων και Αλβανών, αλλά και του εξαλβανισμού ορισμένων ελληνικών χωριών στις περιοχές, όπου είχαν εγκατασταθεί πυκνοί ορθόδοξοι αλβανικοί πληθυσμοί. (Κ. Βακαλόπουλος, Ι-στορία της Ελλάδος).
     Δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία που να επιτρέπουν την ασφαλή αναδημιουργία του τρόπου με τον οποίο έγινε η εγκατάσταση των Αλβανών. Στο χάρτη της Βοιωτίας του 1466 βλέπουμε μία ολική κατάληψη των πεδινών χώρων από Αλβανούς και συσσώρευση των Ελλήνων γύρω και επί του Ελικώνος. Τούτο οδηγεί σε σκόπιμη εκκένωση των πεδινών χωριών, προκειμένου να διευκολυνθεί η ε-γκατάσταση των Αλβανών, καθώς και η ενασχόλησή τους αποκλειστικά με τα σιτηρά, τα οποία και ενδιέφεραν πρωταρχικά τους εκάστοτε κατακτητές. Για να πετύχουν αυτό πρέπει να απαλλοτρίωσαν τις περιουσίες των ντόπιων και να τις έγραψαν στους Αλβανούς εποίκους, οπότε δικαιο-λογείται η παντελής ανυπαρξία Ελλήνων κατοίκων στους Οθωμανικούς φορολογικούς καταλόγους. Από την άλλη πλευρά, ο υπερδιπλασιασμός των κατοίκων της Παναγιάς μέσα σε 40 χρόνια (1506), δείχνει την προσέλευση και κατοίκων του κάμπου που δεν ήθελαν αρχικά να εγκαταλείψουν τα χωριά τους. 
Για να ονοματοθετήσουμε και τους χώρους της μόνιμης διαμονής των εποίκων στην Βοιωτία, πέραν των Ο-θωμανικών καταστίχων έχουμε και τα αλβανικά τοπωνύμια τα οποία είναι σε ανάλογο βαθμό με την παρουσία και μόνιμη εγκατάσταση Αλβανών. Εξετάζοντας τα αλβανικά τοπωνύμια της Βοιωτίας πρέπει να επισημάνουμε ποια ελληνικά παρέλαβαν και μετασχημάτισαν με αλβανικές καταλήξεις, ποια ελληνικά μετέφρασαν στην γλώσσα τους, ποια αλβανικά έδωσαν στον τόπο της διαμονής τους, ποιού σημασιολογικού περιεχομένου είναι αυτά και με ποιο τρόπο εκφράζονται. Επίσης πρέπει να εξεταστεί αν για τον ίδιο τόπο υπάρχουν δύο τοπωνύμια, ελληνικό και αλβανικό και τελικά ποια είναι η αριθμητική παρουσία των ελληνικών και ποια των αλβανικών τοπωνυμίων κάθε χώρου. Μία τέτοια λεπτομερής έρευνα βοηθά πολύ και την ιστορική μελέτη του θέματος. Τα αλβανικά τοπωνύμια μπορούμε να τα διακρίνουμε και ως προς την σημασία και ως προς τον τρόπον της εκφοράς τους. Από το σύνολο των αλβανικών λέξεων που αναφέρονται για τις επαρχίες Θηβών και Λειβαδιάς, μόνο τα τοπωνύμια Ντράσα (πλάκα) και Φίχτυ (συκιά) υπάρχουν στην Άσκρη.
     Ο εποικισμός διευκολύνθηκε κατά πολύ από τον αρχικό χαρακτήρα της ελληνικής φυλής και τις πολιτικές της περιπέτειες. Από αρχαιοτάτων χρόνων, όπως και σήμερα, οι Έλληνες ποτέ δεν αρκέστηκαν στη χώρα τους αλλά ζη-τούσαν πάντοτε ένα στάδιο ενεργείας ευρύτερο, ευπορό-τερο, ασφαλέστερο. Έτσι έχουμε τις πολυάριθμες ελληνικές αποικίες από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι τον 7ο και 6ο π.Χ. αιώνα, από τις οποίες ελλατώνονταν ο γνήσιος, ελεύθερος και ενεργητικός πληθυσμός της χώρας, ακόμη και κατά την ακμή του ελληνισμού. Η ανάγκη για αντικα-τάσταση των ελεύθερων εργατικών χεριών συντέλεσε στη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού δούλων, ακόμη και από το εξωτερικό όταν οι ντόπιοι δεν επαρκούσαν. Ανάλογες α-ραιώσεις πληθυσμών έγιναν και από τις καταστροφές των Περσών, τους εποικισμούς του Μ. Αλεξάνδρου και τις ελεύθερες διακινήσεις πολιτών προς τα μεγάλα αστικά κέντρα και τις πλούσιες χώρες, από τους μακεδονικούς χρόνους και μετά. Σε κάθε περίπτωση όμως γρήγορα απο-κτούσαν ελληνική συνείδηση και σταδιακά και τα άλλα χαρακτηριστικά του έθνους. Αυτό παρουσιάζεται και σή-μερα, όπου η συσσώρευση του πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα και κυρίως την Αθήνα, οδήγησε στην ερή-μωση της επαρχίας και η αδυναμία καλλιέργειας των κτη-μάτων κατέστησε αναγκαία την αποδοχή εργατικών χεριών από άλλες χώρες.
     Σύμφωνα με το Γάλλο πρόξενο Ζιρώ, το 1674 μεταξύ Μοριά, Αθηνών, Θηβών και Ευρίπου ζουν εξήντα περίπου χιλιάδες Αρβανίτες, όλοι άνθρωποι μεγάλης αντοχής και πολύ γρήγοροι στα πόδια. Υπέρ αυτού συνηγορεί και η περιγραφή του Εβλιά Τσελεμπή (Μέρος ΙΙ), ο οποίος πέ-ρασε από την περιοχή 10 χρόνια πριν τον Ζιρώ. Ο αριθμός αυτός είναι πολύ μικρός, όταν μόνο στην Πελοπόννησο εγκαταστάθηκαν 20.000 οικογένειες. Για να είναι τα στοιχεία ακριβή πρέπει να εξελληνίσθηκε το μεγαλύτερο μέ-ρος των Αλβανών, ή ο αρχικός αριθμός των εποίκων να ήταν υπερβολικός. Αν λάβουμε υπόψη ότι προ 300 ετών είχαν επισήμως εγκατασταθεί στην Πελοπόννησο 20.000 άτομα (όχι οικογένειες) και προσθέσουμε ένα αριθμό ανε-ξάρτητων εποίκων και τον διπλασιασμό αυτού του πληθυσμού μέσα στα 300 χρόνια, απομένει για την Βοιωτία ένας πληθυσμός μικρότερος των 8.000 ανθρώπων, που την εποχή της μεταναστεύσεως θα ήταν μικρότερος των 4.000. Ο αριθμός αυτός προκύπτει και από τον απογραφικό χάρτη του 1466 όπου εμφανίζονται 48 μικρά χωριά με 1-30 οικογένειες Αλβανών το καθένα και 3 μεγαλύτερα με 31-50 οικογένειες. Σύνολο πληθυσμού : 48Χ15+3Χ40=3.360 Αλβανοί σε ολόκληρη την Βοιωτία. 
     Ανάλογη είναι και η κατάσταση από τον απογραφικό χάρτη του 1687 όπου φαίνονται σε ολόκληρη την Βοιωτία 1205 οικογένειες Αλβανών που αντιστοιχούν σε ένα πληθυσμό 4.820 ατόμων. Ελαφρώς μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των Ελλήνων κατοίκων της Βοιωτίας και ανάλογο το ποσοστό αύξησης του πληθυσμού μέσα στα 200 χρόνια. Στον αριθμό των Ελλήνων πρέπει να προσθέσουμε και κάποιους που δεν εγκατέλειψαν τα χωριά τους, π.χ. ο Wheler είχε μαζί του κάποιον Ioannaki από το Ερημόκα-στρο, οπότε ο γηγενής πληθυσμός ήταν μεγαλύτερος των εποίκων.
     Η εμφάνιση των Αλβανών, αύξησε ακόμη περισσότερο την αγραμματοσύνη, διότι οι Αλβανοί μη έχοντας αλφάβητο δεν χρησιμοποιούσαν γραπτό λόγο, ούτε και ενδιαφερόταν κανείς να τους διδάξει τα ελληνικά γράμματα, αφού ίσως να μην υπήρχαν και ελληνικά σχολεία στην Βοιωτία. Οι πρώτοι Αλβανοί που ήρθαν, ζούσαν σε χωριστούς συνοικισμούς, αλλά με την πάροδο του χρόνου αναμείχθηκαν με το γηγενή πληθυσμό. Επειδή και οι δύο λαοί ήταν αγράμματοι, επικράτησε η Αλβανική γλώσσα ως ευκολότερη. Έτσι εξηγείται η έκλειψη της Ελληνικής γλώσσας, διότι διαφορετικά πρέπει να δούμε τι απέγιναν οι Έλληνες κάτοικοι. Είναι γνωστό ότι κατά τον εθνικό αγώνα και μέχρι το 1880 σε όλη την Αττική, πλην της πόλεως των Μεγάρων, ακόμη και στην ίδια την Αθήνα, ελάχιστοι άνθρωποι γνώριζαν και μιλούσαν Ελληνικά. 
     Πολλοί Αλβανοί έφευγαν από την χώρα τους για εποχιακή απασχόληση στα κτήματα των Τούρκων8. Αυτοί που εγκαταστάθηκαν στην Αττικοβοιωτία άρχισαν να καλλιεργούν τα σιτηρά και να βόσκουν αιγοπρόβατα. Τις μακροχρόνιες καλλιέργειες δεν τις άγγιζαν. Σύμφωνα με τα Οθωμανικά δεφτέρια (Κωνσταντινούπολη, Παρίσι και Λάιντεν, 1987), οι Αρβανίτες συμμετείχαν μετά βίας στο κρασί, την ελιά, ή την παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών. Ορισμένοι κατάντησαν ληστές. 
     Η συνύπαρξη Ελλήνων και Αλβανών, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, φαίνεται στην έκθεση του Ζιρώ για την Αθήνα. Τα στοιχεία για την κατάσταση των Αθηνών το 1673 είναι αυθεντικά επειδή αποτελούν καρπό προσωπικών παρατηρήσεων, ερευνών και εξακριβώσεων. Ανάλογη είναι η κατάσταση και στην Βοιωτία. Παραθέτουμε απόσπασμα του Κυριάκου Σιμόπουλου για την έκθεση του Ζιρώ. 
     «Στην Αθήνα και σε όλη γενικά την περιοχή της ζουν μονάχα Έλληνες, Τούρκοι και Αρβανίτες. Στην πόλη κατοικούν ακόμη και μερικοί Φράγκοι: Έχει πληθυσμό δέκα πέντε ή δεκαέξι χιλιάδων κατοίκων. Από αυτούς χίλιοι διακόσιοι είναι Τούρκοι. Όσο για τους Εβραίους δεν τους ανέχτηκαν ποτέ οι Αθηναίοι μ’ όλο που ζουν πολλοί στις γειτονικές περιοχές και κυρίως στη Θήβα και στον Εύριπο. Υπάρχουν 1300 σπίτια Ελλήνων, 600 Τούρκων, 150 Αλβανών και 3 Λατίνων.
     Οι Τούρκοι κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος των γαιών και ένα τμήμα από τα λιοστάσια και τα αμπέλια. Οι Έλληνες κατέχουν τα περισσότερα λιοστάσια και ελάχιστα χωράφια. Οι Αρβανίτες είχαν πριν από τρία χρόνια στην κατοχή τους όλες τις γαίες γύρω από τα χωριά. Αλλά τα βαριά δοσίματα που τους επέβαλλαν οι Τούρκοι, τους ανάγκαζαν να δανείζονται με τόκο 30 και 40 τα εκατό το χρόνο. Και επειδή ήταν αδύνατο να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, τα κτήματα περνούσαν στα χέρια των δανειστών. Έτσι, κτήματα που η αξία τους ξεπερνούσε τα 200 τάλιρα χάθηκαν για χρέος 50. Και από τότε όλη η γη έμεινε στα χέρια των Τούρκων και οι Αρβανίτες κατάντησαν δούλοι τους.
     Όσο για τους μουσουλμάνους της Αθήνας, η περιουσία τους αποτελείται από κτήματα, ελαιώνες, γαίες, μελίσσια, κοπάδια, αμπέλια, και μετρητά. Ο πλουσιότερος Τούρκος είναι ο Μεχμέτ αγάς η Κονσέλ Ντελής, γιος του Μουσταφά Τσελεμπή. Έχει σαράντα καλλιεργήσιμα κτήματα. Κάθε κτήμα είναι 200 στρέμματα. Το κτήμα λέγεται στα ελληνικά «ζευγάρι» και καλλιεργείται από Αρβανίτες. Έχει ακόμη τέσσερα μεγάλα περιβόλια, 5000 πρόβατα, 300 γελάδια και εκατό άλογα και φοράδες. 
     Ελάχιστοι Αρβανίτες κατοικούν στην Πολιτεία. Είναι εγκατεστημένοι στα χωριά της Αττικής. Μ’ όλο που τρέφονται άθλια (ζουν με ψωμί και νερό, γαλακτερά και ελιές, σπάνια πίνουν κρασί και μια φορά το μήνα τρώνε κρέας) είναι ρέμπελοι. Κάθε τόσο μπαίνουν στη φυλακή επειδή δεν μπορούν να πληρώσουν τους φόρους, τα χαράτσια και τις κάθε λογής έκτακτες εισφορές. Παρόλη τη φτώχεια τους σπάνια τουρκεύουν. Φυσικά η θρησκευτική ευλάβειά τους, περιορίζεται στις νηστείες και στα σταυροκοπήματα. Δεν ξέρουν ούτε το Πάτερ Ημών. Τη Λαμπρή θα μεταλάβουν αλλά σπάνια εξομολογούνται. Φοβούνται τον Όρκο στο Ευαγγέλιο και τον αφορισμό.
     Το 1675, οι κάτοικοι του Μωριά είναι Τούρκοι, Έλληνες, Αλβανοί και Τσάκωνες. Οι Τούρκοι υπολογίζονται σε 30.000. Τριπλάσιος ήταν ο αριθμός των Ελλήνων. Αλβανοί ζουν μονάχα στα χωριά. Παντού ομιλείται η κοινή λαϊκή ελληνική γλώσσα».
     Οι Αλβανοί τούτοι ήταν όλοι χριστιανοί ορθόδοξοι και σταδιακά απέκτησαν ελληνική συνείδηση. Αγωνίσθηκαν πάντοτε παρά το πλευρό των Ελλήνων, από τους οποίους πουθενά και ποτέ δεν αμφισβητήθηκε η φιλοπατρία τους. Κατά τον εθνικό αγώνα του 1821 πολέμησαν με πείσμα, τόλμη και ανδρεία κατά των Τούρκων σαν ακραιφνείς Έλληνες και δεν βρέθηκε κανένας Έλληνας μέχρι σήμερα που να διαχωρίσει τους αλβανόφωνους Έλληνες από τους άλλους Έλληνες.


http://www.isiodos.gr/%CE%86%CF%83%CE%BA%CF%81%CE%B7/%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC/%CE%91%CF%81%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1/%CE%9A%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%B9%CE%91%CF%81%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%84%CF%8E%CE%BD.aspx



Κάθοδοι Αρβανιτών

Το 1675, οι κάτοικοι του Μωριά είναι Τούρκοι, ΈλληνεςΑλβανοί και Τσάκωνες. Οι Τούρκοι υπολογίζονται σε 30.000. Τριπλάσιος ήταν ο αριθμός των Ελλήνων. ...
www.isiodos.gr/.../ΚάθοδοιΑρβανιτών.aspx - Προσωρινά αποθηκευμένη