Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

«πατούρα»

Λεξικό Κ.Χριστοφορίδη σελ.303
ε αμυδρά
Εκτός των άλλων ερμηνειών λέγεται γιά κάποιον πού τού «τρέχει» πού
ευνοείται καί χρησιμοποιείται στην αργκό γιά παράδειγμα μεταξύ παικτών τυχερών παιχνιδιών.
Αν πάτε σε μιά λέσχη-καί δεν εννοούμαι στο Λας Βέγκας αλλά σε λαϊκή καί «παράνομη»-θα το ακούσεται συχνά περί «πάτου» καί «πατούρας»,«αυτός έχει(είναι) μεγάλη πατούρα» δηλ.μεγάλη τύχη,τον πάει έχει ρέντα.Μεταγενέστερα προφανώς λόγω τού ομόηχου ταυτίστηκε:«έχει πάτο»,«έχει κώλο» καί «κωλόφαρδος» γιά εκείνον πού κερδίζει στα χαρτιά καί στα ζάρια.Είναι κρίμα πού δεν βρήκαμε καί αυτή την εξήγηση στο διαδίκτυο καί είναι κανείς να αναρωτιέται γιά εξηγήσεις πού δίνονται γιά διάφορες λέξεις καί φράσεις εντελώς άτοπες από σελίδες πού υποτίθεται ότι ειδικεύονται.