«Παιδιόθεν καί εξ απαλών ονύχων,ού μην αλλά καί πατρόθεν καί από πάππου καί των άλλων προγόνων,την Αλβανίαν εμάθομεν να θεωρούμε επαρχία ελληνικήν...τούς δε Αλβανούς Έλληνας γνησιωτάτους καί ελληνικωτάτους»(Λουκάς Μπέλλος)
«Η διαίρεσις ημών Αλβανών καί Ελλήνων διευκολύνει το κράτος άλλων.Μίαν ημέραν εξυπνήσαντες,θα ίδωμεν αίφνης ότι απωλέσθημεν,νομίσαντες ότι αναγεννώμεθα»(εφημερίς «Νεολόγος» αριθ.φ.617,Κων/πολη 1870)
«Ελλάς άνευ Αλβανίας καί Αλβανία άνευ Ελλάδος ουδέν γενναίον δύνανται να επιτελέσωσιν εν τη Χερσονήσω τού Αίμου»(Νεοκλής Καζάζης)
«...Οί Έλληνες είνε Αλβανοί καί οί Αλβανοί είνε Έλληνες»(Βλάσης Γαβριηλίδης,ιδρυτής καί διευθυντής της εφημερίδος «Ακρόπολις»,1883)
«Όπου υπήρχον Αλβανοί άποικοι,έμειναν καί ζώσι σήμερον άθικτοι,αμόλυντοι,αδελφοί Έλληνες πάντες,υπερήφανοι διά τούτο..»(Αντώνιος Δ.Κεραμόπουλος)
«Ευγνωμοσύνης καθήκον,πολιτισμού υποχρέωσις ήτο,οί νεώτεροι Έλληνες ελευθερωθέντες τού τυρρανικού ζυγού καί ανεξάρτητον έθνος αποτελέσαντες να στρέψωσιν το βλέμμα των περί τα περί εαυτούς ομογενή φύλα καί τον εκπολιτισμόν τούτων,αν όχι την απελευθέρωσιν,μία των κυρίων ενασχολιών των να έχωσιν.Εκείνο δε, πέριξ τού οποίου πάσα μέριμνα Κυβερνητική καί ιδιωτική έπρεπε να περιστραφεί,είναι η Αλβανία,ο ιπποτικός εκείνος τόπος όστις διά των ανδρείων τέκνων του,τα μάλα συνετέλεσεν είς την απελευθέρωσιν τού τμήματος τούτου της Ελλάδος..»(Κων/νος Χ.Βάμβας)
«Επί των οροπεδίων της Αλβανίας απαντώνται πλείστοι νομάδες καί ποιμένες λαοί,παρ' οίς ανευρίσκονται Ομηρικά έθη καί ήθη καί έθιμα.Εν τη Αλβανία πολλαί σκηναί της Ιλιάδος καί της Οδυσσείας αλλά καί της Αινειάδος διαδραματίζονται πολλά ολίγον αυταίς παραλάσσουσαι»(ελληνική εφημερίς της Ρουμανίας «Δεκέβαλος» 1874,αρ.2 καί 7)

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Μιλόσεβιτς καί Κοσσυφοπέδιο

Η βίαιη καταστολή του Μιλόσεβιτς και ο δρόμος προς τον πόλεμο

15/12/2006

Λιγότερο από δυο χρόνια από τη στιγμή που ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς αποτέλεσε ηγετική πολιτική φυσιογνωμία στη Σερβία και την πρώην Γιουγκοσλαβία, ο υψηλός βαθμός αυτονομίας που είχε εκχωρηθεί το 1974 στο Κοσσυφοπέδιο ανακλήθηκε. Κατέχοντας σχεδόν ίδια δικαιώματα με τις έξι Γιουγκοσλαβικές ομοσπονδιακές δημοκρατίες για περίπου 15 χρόνια, το Μάρτη του 1989 η επαρχία τέθηκε υπό τον άμεσο έλεγχο του Βελιγραδίου.

(BBC, CNN, AP, Υπουργείο Εξωτερικών ΗΠΑ, KFOR, Wikipedia, Encarta)

photo

Ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς παραθέτει ομιλία σε συγκεντρωμένους εθνικιστές, στις 19 Νοεμβρίου του 1988 στο Βελιγράδι. Ο Μιλόσεβιτς, τότε αρχηγός του Σερβικού Κομουνιστικού Κόμματος, πραγματοποιούσε εκστρατεία για κατάργηση του καθεστώτος αυτονομίας του Κοσσυφοπεδίου. [Getty Images]

Λιγότερο από δυο χρόνια από τη στιγμή που ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς αποτέλεσε ηγετική πολιτική φυσιογνωμία στη Σερβία και την πρώην Γιουγκοσλαβία, ο υψηλός βαθμός αυτονομίας που είχε εκχωρηθεί το 1974 στο Κοσσυφοπέδιο ανακλήθηκε. Κατέχοντας σχεδόν ίδια δικαιώματα με τις έξι Γιουγκοσλαβικές ομοσπονδιακές δημοκρατίες για περίπου 15 χρόνια, το Μάρτη του 1989 η επαρχία τέθηκε υπό τον άμεσο έλεγχο του Βελιγραδίου.

Την κίνηση αυτή ακολούθησαν μαζικές απολύσει Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου από κρατικές επιχειρήσεις και ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας, σχολείων και του Πανεπιστημίου της Πρίστινας. Κάποιοι από τους μη απολυμένους εγκατέλειψαν τις θέσεις εργασίας τους σε ένδειξη αλληλεγγύης. Τα Αλβανικά ΜΜΕ του Κοσσυφοπεδίου κατεστάλησαν και η διδασκαλία της Αλβανικής γλώσσας διεκόπη, μέχρι το 1994 οπότε και αποκαταστάθηκε.

Αποκρινόμενοι στην κίνηση αυτή, οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου δημιούργησαν ένα άτυπο, παράλληλο σύστημα εκμάθησης της Αλβανικής γλώσσας.

Διαμαρτυρόμενοι ενάντια στις πολιτικές του Σερβικού καθεστώτος, δεκάδες χιλιάδες Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου έλαβαν μέρος σε ταραχές που ξέσπασαν στις αρχές του 1990. Για να καταστείλει τις κλιμακούμενες αναταραχές, ο Γιουγκοσλαβικός Στρατός απέστειλε στρατεύματα, άρματα μάχης και πολεμικά αεροπλάνα, ενισχύοντας ταυτόχρονα την αστυνομική παρουσία στην επαρχία. Μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου, πάνω από 20 άτομα είχαν χάσει τις ζωές τους κατά τη διάρκεια αναταραχών και η περιοχή κηρύχθηκε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Τον Ιούλιο του 1990, όταν οι Αλβανοί νομοθέτες του Κοσσυφοπεδίου διακήρυξαν ανεξαρτησία, η Σερβία διέλυσε τη συνάθροιση της επαρχίας εν μέσω συνεχών απεργιών και διαδηλώσεων.

Κατόπιν δημοψηφίσματος το οποίο διοργανώθηκε αυτόνομα και δεν αναγνωριζόταν από το Βελιγράδι ή οποιαδήποτε άλλη ξένη κυβέρνηση, ο διανοούμενος και συγγραφέας Αλβανός του Κοσσυφοπεδίου Ιμπραήμ Ρουγκόβα – ιδρυτής της Δημοκρατικής Συμμαχίας του Κοσσυφοπεδίου (LDK) – εξελέγη πρόεδρος της αυτοανακηρυσσόμενης Δημοκρατίας του Κοσσυφοπεδίου το Μάη του 1992.

Την επόμενη τριετία, οι εντάσεις στην επαρχία συνέχισαν να αυξάνονται.

Η εξαίρεση του ζητήματος του Κοσσυφοπεδίου από τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη σύναψη της Ειρηνευτικής Συμφωνίας Ντέιτον το Νοέμβρη του 1995 υποβάθμισαν τη στρατηγική του Ρουγκόβα ως "παθητική αντίσταση" και φαλκίδευσαν την αξιοπιστία του μεταξύ των Αλβανών ριζοσπαστών του Κοσσυφοπεδίου, οι οποίοι ίδρυσαν το μυστικό Απελευθερωτικό Στρατό του Κοσσυφοπεδίου (KLA).

Η στρατιωτική αυτονομιστική ομάδα πρωτοεμφανίστηκε το 1996, όταν ανέλαβε την ευθύνη για σειρά βομβιστικών και άλλων επιθέσεων στην επαρχία. Τους μήνες που ακολούθησαν, ο KLA συνέχισε τις επιθέσεις με όπλα και βόμβες σε τακτική βάση. Μέχρι το καλοκαίρι του 1998, κατάφερε να ελέγχει αποτελεσματικά τουλάχιστον το ένα τέταρτο της επαρχίας.

Τα σκληρά μέτρα που λήφθηκαν από το Γιουγκοσλαβικό Στρατό και τις Σερβικές δυνάμεις ασφαλείας το Φεβρουάριο του ίδιου έτους, τους βοήθησαν να αποδυναμώσουν τον KLA και να ανακτήσουν τον έλεγχο στο μεγαλύτερο μέρος της επαρχίας. Εν τω μεταξύ, εκατοντάδες άτομα είχαν χάσει τη ζωή τους και πάνω από 200.000 πολίτες -- κυρίως Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου – εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.

Στις 23 Σεπτεμβρίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθέτησε το Ψήφισμα 1199, καλώντας για κατάπαυση του πυρός και προειδοποιώντας τις αρχές του Βελιγραδίου ότι σε περίπτωση που δεν συμμορφωθούν θα αντιμετωπίσουν "πρόσθετα μέτρα".

Αντιμέτωπος με τις απειλές του NATO για αεροπορικές επιθέσεις σε Σερβικούς στρατιωτικούς στόχους, αρκετές εβδομάδες μετά ο Μιλόσεβιτς συμφώνησε να αποσύρει μέρος τον στρατευμάτων και να επιτρέψει την έλευση αποστολής επιθεώρησης του ΟΑΣΕ στο Κοσσυφοπέδιο.

Η παρεπόμενη ανακωχή αποδείχθηκε βραχύβια. Το Δεκέμβρη, Σέρβοι ισχυρίστηκαν ότι είχαν σκοτώσει πάνω από 30 μαχητές του KLA σε σειρά συμπλοκών κατά μήκος των συνόρων. Αργότερα τον ίδιο μήνα, ο Γιουγκοσλαβικός Στρατός και η αστυνομία εσωτερικής ασφάλειας διενήργησαν κοινή στρατιωτική επιχείρηση κοντά στο Ποντούεβο, στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο.

Τον Ιανουάριο, στο χωριό Ρατσάκ ανακαλύφθηκαν τα πτώματα 45 Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, πυροδοτώντας έντονες διεθνείς αποδοκιμασίες.

Καθώς οι βιαιοπραγίες συνεχίζονταν, το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 1999 τα εμπόλεμα μέρη κλήθηκαν στο Ραμπουγιέ της Γαλλίας για να διενεργήσουν ειρηνευτικές συνομιλίες υπό διεθνή μεσολάβηση. Οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν στις 20 Μαρτίου όταν οι Σέρβοι εκπρόσωποι απέρριψαν προτεινόμενη συμφωνία, η οποία είχε υπογραφεί από την Αλβανική πλευρά του Κοσσυφοπεδίου.

Στις 22 Μάρτιος, ο απεσταλμένος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ αφίχθη στο Βελιγράδι σε μια τελευταία προσπάθεια να πείσει τον Μιλόσεβιτς να αποδεχθεί τη συμφωνία, ωστόσο αναχώρησε από τη Σερβική πρωτεύουσα με άδεια χέρια.

Στις 24 Μαρτίου, το ΝΑΤΟ ξεκίνησε αεροπορικές επιθέσεις εναντίον της Γιουγκοσλαβίας, με σκοπό τον τερματισμό της βίαιης καταστολής του Κοσσυφοπεδίου και την εκδίωξη των δυνάμεών της από την επαρχία.

Το παρών περιεχόμενο ανατέθηκε για τους SETimes.com

THEDE KAHL, Γιά την ταυτότητα των Βλάχων

Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΜΠΑΛΤΣΙΩΤΗ

THEDE KAHL, Για την ταυτότητα των Βλάχων. Εθνοπολιτισμικές προσεγγίσεις μιας βαλκανικής πραγματικότητας, μετάφραση Στέφανος Μπουλασίκης, Σειρά Μελετών ΚΕΜΟ, εκδόσεις Βιβλιόραμα, σελ. 371 και έγχρωμος χάρτης.

Μάλλον όλοι οι αναγνώστες αυτού του κειμένου έχουν με κάποιο τρόπο συναντήσει τους «Βλάχους». Είτε γιατί κάποιος ανακάλυψε ότι μια γιαγιά του μιλούσε βλάχικα, είτε γιατί άκουσε ότι στην περιοχή καταγωγής του «οι Βλάχοι τα έκαναν πλακάκια με τους Ιταλούς», είτε γιατί ως τουρίστας επισκέφθηκε το Μέτσοβο. Από τους υποθετικούς αυτούς τρεις αναγνώστες θα μπορούσαμε να ακούσουμε ακόμη περισσότερες απόψεις σχετικά με το τι είναι οι Βλάχοι. Ο πρώτος πιθανόν θα έλεγε ότι πρόκειται για γνήσιους Έλληνες που έχασαν τη γλώσσα τους.

Θα προσέθετε ότι η γλώσσα τους είναι λατινική αλλά δεν έχει καμία σχέση με τα ρουμάνικα. Ο δεύτερος θα απαντούσε ότι οι Βλάχοι που συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς κι έκαναν πλιάτσικο στο χωριό του είναι γνωστοί ως «Ρουμανόβλαχοι», αλλά κι αυτοί που δεν πήγαν με τους Ιταλούς, έχουν τέτοια αλληλεγγύη μεταξύ τους που κρατάνε στα χέρια τους την οικονομία της γειτονικής κωμόπολης. Ο τρίτος θα έλεγε ότι στο Μέτσοβο πληροφορήθηκε ότι οι Βλάχοι ήταν και τσοπάνοι αλλά και τραπεζίτες, ότι αυτοί έχτισαν την Ελλάδα, ότι οι πιο σπουδαίοι Έλληνες ήταν Βλάχοι και ότι μπορεί και να είναι απόγονοι Ρωμαίων στρατιωτών.

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για την πιο ευδιάκριτη γλωσσοπολιτισμική ομάδα στο δημόσιο χώρο. Σε αντίθεση με τους Αρβανίτες και τους Σλαβόφωνους, ή ακόμη τους Μικρασιάτες τουρκόφωνους, οι Βλάχοι σπάνια αποκρύπτουν την εθνοτική τους διαφορά, ασχέτως μάλιστα αν αυτή εξακολουθεί να υπάρχει ως τέτοια. Όπως είχαμε παλαιότερα αναφέρει με τον Λεωνίδα Εμπειρίκο στην Αυγή της Κυριακής, «διακρίνονται από ένα ιδιότυπο ethnic pride”.

Αν όμως κάποιος ήθελε να ελέγξει αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αυτά που του είπαν οι τρεις υποθετικοί συνομιλητές του, τι μας λένε όσοι ασχολήθηκαν με τη γλώσσα την κοινωνία και την ταυτότητα των Βλάχων, την ιστορική τους διαδρομή τον 19ο και 20ο αιώνα, δύσκολα θα μπορούσε να εντοπίσει μια βιβλιογραφία δέκα τίτλων, έστω και άρθρων, στα ελληνικά, που να τηρούν μια στοιχειώδη επιστημονική μεθοδολογία και δεοντολογία.

Γυρνώντας στο υποθετικό μας παράδειγμα, ο πρώτος συνομιλητής μας θα μπορούσε να κλονιστεί στην πεποίθησή του για γνήσιους Έλληνες, όταν μάθαινε ότι ο αδελφός της γιαγιάς του πήγε στη Ρουμανία και ο γιος του είναι συνιδρυτής ενός εθνικιστικού ρουμάνικου κόμματος. Θα απορούσε επίσης αν άκουγε τη γιαγιά του να συνομιλεί κουτσά στραβά με έναν Ρουμάνο. Ο δεύτερος θα κλονιζόταν όταν συναντούσε κάποιον που θα του απαριθμούσε τόσο τους σημαντικούς Βλάχους ηγέτες του ΕΛΑΣ, όσο και τους φτωχούς Βλάχους που είχαν παλιά στο σωματείο οικοδόμων.

Ο τρίτος θα κλονιζόταν όταν συναντούσε κάποιον αλβανό μετανάστη, Βλάχο, ο οποίος θα περιέγραφε διεξοδικά, πόσοι σπουδαίοι Αλβανοί είναι Βλάχοι και «τεκμηρίωνε» την κοινή αρχαία καταγωγή Αλβανών και Βλάχων. Ελπίζουμε βέβαια τη συζήτηση αυτή να μην την άκουγε κανένας Βλάχος της Σερβίας ή της π.γ. Δημοκρατίας της Μακεδονίας, γιατί θα κατακεραύνωνε τον Αλβανό Βλάχο με όλους τους σπουδαίους Βλάχους Σέρβους και Μακεδόνες που έχτισαν τις δύο χώρες.

Το ατελείωτο αυτό γαϊτανάκι έρχεται να λύσει το βιβλίο του Thede Kahl. Δυστυχώς, για την ελληνική εκδοτική πραγματικότητα ένα τέτοιο βιβλίο άργησε να εκδοθεί και αποτελεί τη μοναδική γενικότερη επιστημονική μελέτη για το ζήτημα των Βλάχων στα ελληνικά. Ελάχιστα έργα ξένων έχουν μεταφραστεί, ενώ οι λίγοι Έλληνες είτε δημοσιεύουν σε άλλες γλώσσες είτε σε επιστημονικά περιοδικά δυσπρόσιτα εκτός των ειδικών ακαδημαϊκών κύκλων. Όλα τα ζητήματα ετερότητας στην Ελλάδα, ειδικά δε αυτά των γλωσσικών ομάδων, έχουν λίγο πολύ μια κοινή πορεία δημοσιεύσεων: Ο παπάς, ο δάσκαλος ή ο δικηγόρος απ' το χωριό αναλαμβάνει να «αποκαταστήσει» την ελληνικότητα και ειδικά την «αρχαιοελληνικότητα» του χώρου και των ανθρώπων σε τοπικό επίπεδο, είτε πρόκειται για ένα αρβανιτοχώρι της Κορινθίας, είτε για την τουρκόφωνη Πάφρα του Πόντου.

Στη συνέχεια, τη σκυτάλη παίρνουν διάφοροι οργανικοί διανοούμενοι ή αυτόκλητοι εθνικοί υπερασπιστές, οι οποίοι αναλαμβάνουν να αποκαταστήσουν συνολικότερα τα πράγματα, στο ίδιο πάντα μοτίβο: Πόσο Έλληνες (καταγωγικά και γονιδιακά) είναι οι Αρβανίτες και πόσο η γλώσσα τους δεν έχει σχέση με τα αλβανικά, πόσο λίγοι και παραστρατημένοι ήταν οι Βλάχοι που «παρασύρθηκαν» από τη ρουμανική προπαγάνδα, πόσο αρχαίοι Μακεδόνες είναι οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας και πόσο η γλώσσα που μιλάνε δεν είναι γλώσσα αλλά «ιδίωμα» και κράμα γλωσσών, όπως τα πομάκικα άλλωστε. Οι απόψεις αυτές μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με την ιστορία, την γλωσσολογία ή οποία άλλη επιστήμη∙ άλλωστε τέτοιους τίτλους αρχαιοελληνικής καταγωγικής ευγένειας και ελληνικής «ιδιοπροσωπίας» πρέπει να φέρει ο καθένας για να αξίζει να είναι Έλληνας. Είναι όμως κυρίαρχες στην Ελλάδα, ως έχουσες, υποτίθεται, επιστημονικό έρεισμα.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο συγγραφέας ήρθε αντιμέτωπος με αυτή τη βαλκανική εκδοχή «εθνικής επιστήμης», δηλαδή εκείνη την επιδοτούμενη με κάθε τρόπο παραγωγή απόψεων «εθνικά ορθών» με επισημονικοφανή επικάλυψη, που εντοπίζεται ακόμη και στο ακαδημαϊκό περιβάλλον. Έτσι, η μεταφορά στο βιβλίο της περιπέτειας του συγγραφέα, όταν ανέλαβε την μετάφραση του περίφημου έργου του Gustav Weigand για τους Βλάχους, και τελικώς του «επιβλήθηκε» ο σχολιασμός του Αχιλλέα Λαζάρου, ξεπερνά το βλάχικο ζήτημα στην Ελλάδα και συνιστά την καλύτερη περιγραφή του τρόπου λειτουργίας της «εθνικής επιστήμης» (4ο κεφάλαιο του βιβλίου).

Το βιβλίο άλλωστε έχει διπλό ενδιαφέρον. Δεν μιλά μόνο για τους Βλάχους, αλλά ουσιαστικά μιλά και για τις περιπέτειες της εθνογένεσης στα Βαλκάνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά το 8ο κεφάλαιο του βιβλίου, για έναν εξισλαμισμένο οικισμό της Αλμωπίας, τη Νότια, αφού η μελέτη του Thede Kahl δεν αφορά μόνο τους Μεγλενίτες Βλάχους, αλλά και την ανταλλαγή των πληθυσμών, τις ετερόγλωσσες προσφυγικές κοινότητες στην Τουρκία, τον ρόλο της γλώσσας και του τόπου καταγωγής στη χώρα εγκατάστασης.

Το βιβλίο αποτελείται από δέκα κεφάλαια κι ένα παράρτημα. Τα εννιά κεφάλαια αποτελούν μετάφραση ξενόγλωσσων άρθρων, ενώ ένα είναι αναθεωρημένη αδημοσίευτη ανακοίνωση. Ξεκινώντας από το παράρτημα, έναν κατάλογο όλων των βλάχικων οικισμών στα Βαλκάνια, και τον σχετικό εξαιρετικό χάρτη που συνοδεύει ως ένθετο το βιβλίο, πρέπει να ομολογήσουμε ότι πρόκειται για την πληρέστερη σχετική συλλογή δεδομένων.1 Οι 53 σελίδες του παρατήματος περιέχουν χρόνια εντατικής έρευνας. Αναφέρονται οι οικισμοί με τις επίσημες και τις βλάχικες ονομασίες τους, το ποσοστό του βλάχικου πληθυσμού, η ομάδα των Βλάχων του κάθε οικισμού και μια σειρά σημαντικών πληροφοριών σχετικά με το χρόνο και το είδος των εγκαταστάσεων.

Το εισαγωγικό κεφάλαιο αναφέρεται στην ταυτότητα των Βλάχων. Περιέχει μια σύντομη αλλά ιδιαίτερα εύστοχη αναδρομή της ιστορίας των κοινοτήτων, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, ενώ ερευνάται παράλληλα και ο λόγος που αναπτύχθηκε εκ των υστέρων σχετικά με την ιστορία των κοινοτήτων. Ο συγγραφέας ανιχνεύει τις αιτίες που οδήγησαν στη σημερινή ταύτιση με τους εθνικισμούς τής κάθε χώρας όπου ζουν, τουλάχιστον ως κυρίαρχη τάση, όλων σχεδόν των κοινοτήτων των Βλάχων των Βαλκανίων. Θα ήταν ενδιαφέρουσα, πιστεύουμε, μια μεγαλύτερη ανάπτυξη των ταυτοτικών αποχρώσεων που αναφέρει ο συγγραφέας, παρόλο που η σημερινή κατάσταση των κοινοτήτων σε κάθε χώρα, όπως και της διασποράς, περιγράφεται ξεχωριστά με ιδιαίτερα εναργή τρόπο.

Το δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο «Γλώσσα και στόχοι του πρώιμου αρμάνικου γραπτού λόγου (1731-1813)» διασκεδάζει τις κάθε λογής διαστρεβλώσεις, παρανοήσεις και ατυχείς αναπαραγωγές, σε πείσμα των πηγών και των ίδιων των κειμένων σχετικά με τη σημασία τους, τάση σχεδόν καθολική σε Ελλάδα και Ρουμανία.2 Ο συγγραφέας σημειώνει τις δύο κυρίαρχες τάσεις, που οδήγησαν στα πρώιμα αυτά κείμενα: από τη μια η καλλιέργεια της γλώσσας, από την άλλη ο εξελληνισμός των Βλάχων.

Το κεφάλαιο σχετικά με τα Ζαγοροχώρια «Εθνοτική ποικιλία-οικονομική ενότητα», αποτελεί μια παραδειγματική ανάλυση της τοπικότητας στον ύστερο οθωμανικό χώρο και του τρόπου που συγκροτείται μια κυρίαρχη ταυτότητα, υπερκεράζοντας την γλωσσοπολιτισμική. Κατανοούμε πώς η γλωσσική διαφορά αποδυναμώνεται απέναντι στην ομάδα της οποίας η γλώσσα κυριαρχεί, όχι τόσο αριθμητικά όσο ως γλώσσα της διοίκησης, της εκπαίδευσης και της οικονομικής δραστηριότητας εκτός των ορίων της κοινότητας.

Το κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Βλάχοι στην Ελλάδα: Μειονότητα ή βλαχόφωνοι Έλληνες», περιγράφει με μοναδικό τρόπο ένα τόσο σύνθετο ζήτημα, όσο η σημερινή κατάσταση των βλάχικων κοινοτήτων και η στάση τους απέναντι στη γλώσσα. Ακολουθούν δύο κεφάλαια που αναφέρονται στη δίγλωσση μουσική παράδοση των Βλάχων στην Ελλάδα και στη μουσική και χορευτική παράδοση τους σε όλη σχεδόν τη Βαλκανική. Ο συγγραφέας εξετάζει ουσιαστικά το πώς η μουσικοχορευτική παράδοση σχετίζεται και συνδιαμορφώνεται με την ταυτότητα, αλλά και τον σχετικό λόγο που αναπτύσσεται γι' αυτήν, ώστε να δικαιολογηθεί η κάθε ταυτοτική επιλογή.

Με την εθνοποιητική διαδικασία στα Βαλκάνια ασχολείται και το επόμενο κεφάλαιο, με τίτλο «Επιλογές ταυτοτήτων στους Βλάχους της Βουλγαρίας», ενώ παράλληλα μας δίνει ένα παράδειγμα εξέτασης της εξαφάνισης μιας μικρής ετερόγλωσσης κοινότητας. Τέλος, στο βιβλίο περιέχεται και το εξαιρετικά πολύτιμο κεφάλαιο «Ανοικτά ζητήματα στη μελέτη της αρμανικής [=βλαχικής] και των διαλέκτων της», το οποίο λύνει πολλές από τις ανακύπτουσες απορίες, όταν έχουμε να κάνουμε με μικρές γλώσσες που κουβαλούν πολιτική σημασία.

Αυτό που θα μπορούσε κανείς να επισημάνει ως έλλειψη του βιβλίου αφορά την πληρέστερη περιγραφή των Βλάχων της Αλβανίας, κυρίως λόγω της έντονης σημασίας που έχουν και σήμερα για την ελληνική πολιτική. Ας μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα ζουν περίπου 350 περίπου χιλιάδες αλβανοί υπήκοοι, που θεωρούνται από τις ελληνικές αρχές ως «ομογενείς από τη Βόρεια Ήπειρο» και απολαμβάνουν ειδικών προνομίων σε σχέση με τους άλλους μετανάστες τρίτων χωρών. Ένα σημαντικό κομμάτι τους το αποτελούν Βλάχοι, των οποίων η ελληνικότητα «αποδείχθηκε» μέσω της χρήσης της βλαχικής γλώσσας.

Μικρές επιμέρους ελλείψεις και αβλεψίες του βιβλίου οφείλονται περισσότερο στην οικονομία του χώρου. Άλλωστε αν κάτι το διακρίνει, αφορά τον τρόπο που ο συγγραφέας, κάτοχος ενός τεράστιου όγκου πληροφοριών, καταφέρνει να τις μετασχηματίζει σε γνώση, μιλώντας λίγο και απλά. Πρόκειται εν τέλει, για μια από εκείνες τις εκδόσεις που αθόρυβα προκαλούν τομή στο αντικείμενό τους.

Ο Λάμπρος Μπαλτσιώτης είναι ιστορικός

1. Ένα παρόμοιο και επίσης εξαιρετικά τεκμηριωμένο εγχείρημα, με επίκεντρο την Ελλάδα, έχει αποτολμήσει και ο Αστέριος Κουκούδης στα βιβλία του, ασχέτως των επιμέρους ενστάσεων μας για τον τρόπο που υποβαθμίζεται η σημασία των μη «ελληνόφρονων» Βλάχων στην Ελλάδα.

2. Αν εξαιρεθεί ένα άρθρο του Νικόλαου Σιώκη το 2002.

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=463248

Βλάχοι: οι διαδρομές ενός βαλκανικού λαού, στο χώρο και το χρόνο ...-Προσωρινά αποθηκευμένη

Bλεπε και εδω:http://webcache.googleusercontent.

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Πολιορκία Αμμοχώστου

Serbian - Russian Slavic Brotherhood




Kαλα,τα αλλα «αδελφια» εγχωριοι χριστιανοπατριωτες και χρυσαυγιτες..σλαυοι που ειναι;..στην απ'εξω;

ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΕΝΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΝΑ

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Κάθε μορφής εξουσία είτε από συνήθεια, είτε από προδιάθεση ρέπει προς τη διαφθορά. Ακόμα και η Εκκλησιαστική εξουσία δεν εξαιρείται του κανόνος. Το πάθος του ανθρώπου για πρωτεία, δύναμη και πλούτο και ο ανταγωνισμός για τα αξιώματα, άρχισαν πολύ νωρίς στην Εκκλησία. Η εξαγορά επισκοπικών θέσεων – ΣΙΜΩΝΊΑ – και η διεκδίκηση των πρωτείων για το προβάδισμα κυρίως στην Καθολική Εκκλησία με μέσα αθέμιτα που υπενόμευαν και γελοιοποιούσαν τη διδασκαλία του Χριστού, το κήρυγμα της εγκράτειας, της λιτότητας, της ευσπλαχνίας και της αγάπης «Δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δότε», είναι το διαχρονικό στίγμα της Εκκλησιαστικής διαφθοράς.«Μη κτήσησθε χρυσόν, μηδέ άργυρον μηδέ χαλκόν εις τα ζώνας υμών, μη εις οδόν, μηδέ δύο χιτώνας, μηδέ υποδήματα, μηδέ ράβδον». (Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον).

Η Σιμωνία[1] - εξαγορά θέσεων – στο Χριστιανικό Ιερατείο, στους ανωτέρου βαθμού ιερείς, εμφανίστηκε από τα πρώτα βήματα των Αποστόλων, λίγα χρόνια μετά τον σταυρικό θάνατο του Ιησού Χριστού ιδρυτή της Χριστιανικής Θρησκείας! Αυτή η «ασεβής και βδελυρά»[2]συνήθεια, όπως αποκάλεσε τη Σιμωνία το 459 μ.Χ. 0 Πατριάρχης Γεννάδιος Α΄, η λεγόμενη «χριστεμπορία»[3], η «γάγγραινα» της Εκκλησίας θα παρακολουθεί τον ανώτερο κλήρο επί δύο χιλιετίες.

Ο παράφορος πόθος για την εξουσία, η έντονη επιθυμία για απόκτηση δύναμης και δόξας, η απληστία, η λύσσα για επίδειξη, η ιδιοτέλεια, η εξαχρείωση που διαβρώνουν το ιερατείο και πολλούς από τους λειτουργούς τους Υψίστου από τους πρώτους κι’όλας χριστιανικούς αιώνες επισημαίνονται και στηλιτεύονται από Συνόδους και χρηστούς και ενάρετους ιεράρχες. Ο Ζ΄ κανόνας της Συνόδου της Σαρδικής, το 343, καταδικάζει τους επισκόπους που περιφέρονται με αυτοκρατορική συνοδεία[4] και ορίζει ότι πρέπει να σταματήσουν οι πιέσεις και οι διαγκωνισμοί για μετακίνηση από τις μικρές μητροπόλεις στις μεγάλες και πλούσιες και καυτηριάζει την αχαλίνωτη χρυσολατρία και φιλαργυρία. Ο σωζόμενος καταγγέλλει τους εξοντωτικούς ανταγωνισμούς ομάδων επισκόπων για υφαρπαγή προνομίων. Αναφέρεται μάλιστα και στη δράση ευνοιοκρατικών κυκλωμάτων στην Κωνσταντινούπολη διαμέσου προστατευομένων της αυτοκράτειρας και των ευνούχων της[5].

Ο επίσκοπος Αλεξανδρείας Κύριλλος (Δ΄ αιώνας), εκτοπισμένος εξαιτίας των δογματικών διαφορών του με τον Νεστόριο και αποφασισμένος να ξαναγυρίσει στον θρόνο, κλέβει από το Εκκλησιαστικό θησαυροφυλάκιο μισόν τόνο χρυσάφι και πλήθος πολύτιμα αντικείμενα αμύθητης αξίας και εξαγοράζει την πολιτική εξουσία. Ανάμεσα στα βαρύτιμα δώρα ήταν τάπητες, παραπετάσματα, έπιπλα, προσκεφάλαια κ.ά. Όλα τα λύτρα είχαν καταγραφεί λεπτομερώς[6].

Ο Θεοδώρητος καταγγέλλει κληρικό που έγινε Επίσκοπος με δωροδοκία – «χρυσίου την επισκοπήν ως αξίωμα κοσμικόν ωνησάμενος»[7].

Ο βιογράφος του Ιωάννη του Χρυσοστόμου Παλλάδιος, επίσκοπος Βιθυνίας (Δ΄ αιώνας.) γράφει ότι ο Θεόφιλος Επίσκοπος Αλεξανδρείας, έστειλε έμπιστους στην Κωνσταντινούπολη για να αγοράσουν από νεοδιορισμένους αξιωματούχους όλες τις Εκκλησιαστικές θέσεις της Αιγύπτου[8].

Μια σκανδαλώδη περίπτωση διαφθοράς ιεράρχη θα καταγγείλει ο Ευσέβιος το 400 μ.Χ. στην τοπική Σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως. Επί Θεοδοσίου, ο ΕπίσκοποςΑντωνίνος απογύμνωσε τον Ναό για να στολίσει την κατοικία του. Ήταν στοργικός οικογενειάρχης με πολλά παιδιά! Πούλησε όλα τα αργυρά σκεύη, ξήλωσε τα μάρμαρα του Βαπτιστηρίου και τα χρησιμοποίησε για το λουτρό του και απέσπασε τους μικρούς κίονες για διακόσμηση της τραπεζαρίας του. Πούλησε επίσης τις γαίες που είχε δωρήσει ο Ιουλιανός στην Εκκλησία. Και τέλος εμπορευόταν τη χειροτονία νέων ιερέων. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος που είχε επιφορτισθεί με έρευνα στην Έφεσο, ύστερα από καταγγελίες για Σιμωνία, κατέληξε, όπως γράφει ο Παλλάδιος, στον αποσχηματισμό έξι επισκόπων. Όλοι τους είχαν εξαγοράσει τα αξιώματά τους[9].

Η Σιμωνία στα ανώτερα κλιμάκια του κλήρου είχε προσλάβει τέτοιες διαστάσεις στο Βυζάντιο, που ο Πατριάρχης Γεννάδιος ο Α΄ πρότεινε στη Σύνοδο του 459 αυστηρά μέτρα καταστολής. Ζήτησε συγκεκριμένα την επέμβαση του αυτοκράτορα για να αναχαιτισθεί το κύμα διαφθοράς που σκανδάλιζε τους πιστούς και καθιστούσε ανυπόληπτη την Εκκλησιαστική ηγεσία. Δέκα χρόνια αργότερα ο Λέων Α΄ όρισε ότι ο Επίσκοπος πρέπει να είναι λαοπρόβλητος και η εκλογή του να γίνεται φανερά και ελεύθερα. Η ιεροσύνη δεν αγοράζεται και το αξίωμα αποκτάται με την αρετή και την αξία. Οι Σιμωνιακοί Επίσκοποι και εκείνοι που χρηματίζονται για να ψηφίσουν θα αποσχηματίζονται και θα καταδικάζονται στην ποινή της ατιμίας.

Ωστόσο, παρά τους φραγμούς της Βυζαντινής νομοθεσίας, η φαυλότητα στη χειροτονία των κληρικών θα συνεχισθεί ακάθεκτη. Η διεφθαρμένη αυτοκρατορική εξουσία αποτελούσε το πρότυπο για τους εκτραχηλισμούς των αξιωματούχων της Εκκλησίας. Επί Ιουστινιανού απαγορεύτηκε και πάλι το εμπόριο των χειροτονιών, η πλέον προσφιλής μέθοδος πλουτισμού των ανωτάτων κληρικών, και ορίστηκε ότι όσοι αποκτούσαν την ιεροσύνη με ευνοιοκρατικές παρεμβάσεις ή εξαγορά θα αποσχηματίζονταν, και εκείνοι που είχαν χρηματισθεί θα κατέθεταν τα αργύρια στο εκκλησιαστικό ταμείο[10]. Και πάλι όμως τίποτα δεν άλλαξε. Η «χριστεμπορία»εξακολουθούσε σε ολόκληρη την αυτοκρατορία προκαλώντας ηθική αποσύνθεση. Το 565 Νεαρά του Ιουστινιανού υποχρεώνει τους κληρικούς να υπογράψουν υπεύθυνη δήλωση ότι κατά τη χειροτονία τους δεν δωροδόκησαν ούτε μεσάζοντες, ούτε ιεράρχες, ούτε ψηφοφόρους[11]. Όλα για το θεαθήναι.

Η διαφθορά κορυφώθηκε στους αιώνες της τουρκοκρατίας. Οι τέσσερες πρώτοι Πατριάρχες μετά την Άλωση τίμησαν το αξίωμά τους. ύστερα άρχισε η συναλλαγή με το σεράϊ και ο εκπλειστηριασμός του θρόνου. Το εξαχρειωμένο οθωμανικό κράτος εκμεταλλεύεται τους ανταγωνισμούς των υποψηφίων και τους υποκινεί – για να πλουτίζει τους αξιωματούχους του. «Οι περί τον Πατριάρχην αρχιερείς», γράφει ο Αθ. Κομνηνός – Υψηλάντης, «ουδέν άλλο εσυλλογίζοντο ή το φατριάζειν και αλλαξοπατριαρχεύειν»[12].

Την εξαχρείωση της εκκλησιαστικής εξουσίας, - αλληλοσπαραγμός των μνηστήρων του θρόνου, μηχανορραφίες, επονείδιστες συναλλαγές με τους Οθωμανούς – στην επαναστατική 50ετία καταγράφει με οργή ο ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας». Χαρακτηρίζει «μιαράν» την Ιερά Σύνοδο και κατηγορεί τα μέλη της ότι κατακλέβουν «τους ταλαιπώρους χριστιανούς», ότι διάγουν αναίσχυντο βίο και ότι αποτελούν «μίαν μάνδραν λύκων» που κατατρώγουν «τα αθώα πρόβατα της Ορθοδόξου Εκκλησίας»[13]. Η ηθική, πνευματική και κοινωνική παρακμή, ο ξεπεσμός του Ιερατείου στο αποκορύφωμα. Στηλιτεύει τους επισκόπους για τον σαρδαναπαλικό τους βίο. «Τρώγωσι και πίνωσι ως χοίροι. Κοιμώνται δεκατέσσαρας ώρας την νύκτα και δύο ώρας μετά το μεσημέρι, λειτουργούσι δύο φοράς τον χρόνον και όταν δεν τρώγωσι, δεν πίνωσι, δεν κοιμώνται, τότε κατεργάζονται τα πλέον αναίσχυντα και ουτιδανά έργα οπού τινάς ημπορεί να στοχασθή. Και ούτως εις τον βόρβορον της αμαρτίας και εις την ιδίαν ακρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα και οι αναστεναγμοί του λαού είναι προς αυτούς τόσοι ζέφυρες»[14].

Και για τις περιοδείες στην επικράτειά τους. «Αυτός ο αναίσχυντος και βάρβαρος και αμαθέστατος άνθρωπος, αφού τρώγει δι’ όσας ημέρας μένει εις το χωρίον από την πτωχήν κοινότητα, αφού αρπάζει όσα περισσότερα δυνηθή, τότε αφορίζει ένα-δύο και άλλους τόσους κάμνει παπάδες και έπειτα φεύγει»[15].

Καταγγέλλει επίσης τους κληρικούς και μοναχούς για την εξαπάτηση των ανυποψίαστων χριστιανών με τα ψευδολείψανα αγίων: πρόκειται για την πιο αισχρή και ενσυνείδητη παραποίηση της αλήθειας που στηρίζεται στην πίστη και την ευπιστία των χριστιανών, που αποβλέπει σε οικονομικό και μόνον οφέλη, στον πλουτισμό των εμπόρων του Χριστιανισμού.«Αυτοί έχουσιν έν κιβωτίδιον γεμάτον από ανθρώπινα κόκκαλα και κρανία ακέραια τα οποία ασημώνουσι και έπειτα ονοματίζουσιν άλλα μεν του Αγίου Χαραλάμπους και άλλα του Αγίου Γρηγορίου – εν ενί λόγω δεν αφήνουν Άγιον χωρίς να έχουν μέρος από τα κόκκαλά του»[16]. Και τέλος κατηγορεί την εκκλησιαστική εξουσία ότι από αρχομανία και απληστία έγινε τουρκόφρων. Εσείς φωνάζετε με άκραν ησυχίαν και λέγετε «αγαπητοί, ο Θεός μας έδωσε την οθωμανικήν τυραννίαν δια να μας τιμωρήση δια τα αμαρτήματά μας και παιδεύοντάς μας εις την παρούσαν ζωήν να μας ελευθερώση μετά θάνατον από την αιώνιαν κόλασιν»Δεν βλέπετε οπού με αυτήν την κακήν σας και άτοπον παρηγορίαν υποχρεώνετε τους Έλληνας, αντί να μισήσουν την τυραννίαν και να προσπαθήσουν να ελευθερωθούν, εξεναντίας να την αγαπώσι και μάλιστα να νομίζονται ευτυχείς, πιστεύοντες από απλότητά των ότι παιδεύονται εις την παρούσαν ζωήν δια να αποκτήσουν τον παράδεισον;»[17].

Στα χρόνια του Αγώνα οι κυριότεροι παράγοντες της εκκλησιαστικής εξουσίας – σε αντίθεση με τον κατώτερο κλήρο και τους μοναχούς που θυσιάστηκαν για την εθνική υπόθεση – προσχωρούν σε φατρίες και πρωτοστατούν στους πολιτικούς ανταγωνισμούς. Πολλοί τάχθηκαν αναφανδόν – ακολουθώντας την πατριαρχική παράδοση – υπέρ του μοναρχικού καθεστώτος και μάλιστα με ξένο βασιλιά. Ο Μητροπολίτης Άρτας Πορφύριος διάβασε συγχωρητική ευχή στους τάφους των δολοφόνων του Καποδίστρια[18]. «Και οι αναθεματισμένοι της πατρίδος πολιτικοί μας και οι διαφταρμένοι αρχιγερείς», γράφει ο Μακρυγιάννης [19].

Η χριστεμπορία θα ευδοκιμήσει και μετά την απελευθέρωση. Η διαφθορά της πολιτικής εξουσίας ευνοεί και τις άνομες συναλλαγές των εκκλησιαστικών αρχόντων και κυρίως τη σιμωνία[20]. Γράφει ο σύγχρονος Θ. Ρηγόπουλος: «Όλοι σχεδόν οι κατά πρώτον το 1852 χειροτονηθέντες αρχιερείς και οι μετέπειτα εις τας χηρευούσας επισκοπάς χειροτονούμενοι, δια τοιούτων μέσων εχειροτονούντο, δωροδοκούντες τους υπουργούς και τους παρά τη Αυλή ισχυρούς, ώστε η σιμωνία είχε καταντήσει θεσμός, την οποίαν και οι επίσκοποι αυτοί εξήσκουν αναφανδόν εις τας επαρχίας των κατά την χειροτονίαν των ιερέων προς εκκλησιαστικόν σκάνδαλον και περιφρόνησιν της θρησκείας»[21].

Πολιτικό σεισμό προκάλεσε το σκάνδαλο σιμωνίας που ήρθε στο φώς το 1875, τα περίφημα «Επισκοπικά». Ο γαμπρός του πρωθυπουργού Βούλγαρη Βασ. Νικολόπουλος, υπουργός Δικαιοσύνης και ο Δημ. Βαλασόπουλος υπουργός Εκκλησιαστικών δωροδοκήθηκαν για τη χειροτονία μερικών «πολυτάλαντων και χρυσομάλλων» κληρικών, ευνοουμένων της εξουσίας. Σάλος στον Τύπο. «Αι κενωθείσαι θέσεις αρχιερέων εξετέθησαν εις πλειοδοσίαν». Οι εφημερίδες αποκαλούσαν τους δύο υπουργούς ανοιχτά λωποδύτες. «Ημείς το λέγομεν καθαρά, δεν εμπιστευόμεθα εις τον κ. Νικολόπουλον ούτε το ωρολόγιόν μας». Το όνομα του πρωθυπουργικού γαμπρού είχε γίνει συνώνυμο του «πορτοφολά», του απατεώνα[22].

Ένας πολίτης που είχε το όνομα του διεφθαρμένου υπουργού υπέβαλε την αίτηση στο υπουργείο Εσωτερικών αλλαγής του ονόματός του. Ντρεπόταν να λέγεταιΒασ. Νικολόπουλος[23].

Φρικαλέο περιστατικό διαφθοράς της εκκλησιαστικής εξουσίας η ιεροεξεταστική συμπεριφορά της απέναντι στον κληρικό Θεόφιλο Καΐρη, σοφό διδάσκαλο του γένους και μεγάλον αναγεννητή. Ο αγωνιστής Καΐρης που κατηγορήθηκε για αιρετικές παρεκκλίσεις αντιμετώπισε άγριο διωγμό από τους κορυφαίους του ιερατείου – αλλά και της πολιτικής εξουσίας που δεν ανεχόταν ελευθερόφρονες ιερωμένους – και εξοντώθηκε πεθαίνοντας μαρτυρικά στις φυλακές. Το 1839 συλλαμβάνεται στην Άνδρο – αποστέλλεται ειδικά πολεμικό υπό τον Κανάρη – μεταφέρεται στην Αθήνα, καθαιρείται, αναθεματίζεται, εγκλείεται σε διάφορες μονές όπου βασανίζεται από φανατικούς μοναχούς και πεθαίνει κάτω από συνθήκες αποτρόπαιες το 1852 σε ένα υγρό και δυσώδες κελλί των φυλακών Σύρου. Ενταφιάζεται μυστικά αλλά την επομένη η αστυνομία ξεθάβει το πτώμα του και το παραδίδει στην πυρά – θαυμαστή σύμπνοια και συνεργασία πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας[24].

Ένας δεσπότης, καταδικάζοντας τον διαφωτιστικό ρόλο του Καΐρη, έλεγε: «Τι τα θέλουν τα πολλά γράμματα οι Έλληνες; Προς τι το πανεπιστήμιον, τα γυμνάσια και άλλα; Ο Έλλην αρκεί να μάθη να αναγιγνώσκη και να γράφη και ιδού η μόνη χρεία την οποίαν έχει – τα πολλά γράμματα αθεΐζουν τον άνθρωπον»[25].

Αυτή η ζοφερή προϊστορία εξηγεί γιατί η «κρίση ηγεσίας» στην ελληνική Εκκλησία και τα φαινόμενα διαφθοράς διαιωνίζονται. Δεν έλειψαν ποτέ οι αρχομανείς και οι κερδαλεόφρονες. Άγριοι ανταγωνισμοί για το «μεταθετόν», ατέλειωτες διαμάχες ανάμεσα στους εκκλησιαστικούς άρχοντες και τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και αδελφότητες[26].

Αλλά οι χειρότερες αιτιάσεις για διαφθορά της εκκλησιαστικής εξουσίας αφορούν την ανάδειξη ιεραρχών. Το 1965 έξι «ορθόδοξα χριστιανικά σωματεία»κατήγγειλαν ανοιχτά επαίσχυντες συναλλαγές, σαρδαναπαλικό βίο ιεραρχών, «σατανικές κινήσεις» των υποψηφίων που αγωνίζονται «να αναρριχηθούν ως αίλουροι»στο κορυφαίο εκκλησιαστικό αξίωμα, «ασυνειδησία» παραγόντων της Εκκλησίας και χειροτονία «ανικάνων και φαύλων υποκειμένων» [27].

Τα φαινόμενα διαφθοράς στους κόλπους της εξουσίας ευνοούν οι εχθρότητες μεταξύ αρχιερέων, τα μίση και πάθη που συχνά έρχονται εκρηκτικά στη δημοσιότητα με φρικώδεις λιβέλλους. Το 1975 μητροπολίτης απαντά σε υβριστή του μητροπολίτη με επίσημη δήλωσή του προς την Ιεραρχία. Ιδού ένα απόσπασμα.«Τοιαύτην μυσαράν και κακούργον ψυχήν σπανίως συναντά τις, ακόμη και εις τας τάξεις των αξέστων καραγωγέων, των λούστρων και των χαμάληδων της Ισταμπούλ. Μόνον ελεεινοί και χυδαίοι υπάνθρωποι, προερχόμενοι όχι από σπίτια, αλλ’ από «αχούρια», από τρώγλες συνοικισμών υπαναπτύκτων χωρών της πρωτογόνου Ανατολής, μόνον πνευματικώς υπανάπτυκτοι, απολίτιστοι και βάρβαροι, άνθρωποι με καρδίαν τίγρεως και αντιλόπης και ψυχήν κοπρώδη, βουτηγμένην εις την λάσπην της προστυχιάς και τον δυσώδη βόρβορο της αισχράς εμπαθείας, μόνον από υποκείμενον εις τας αρτηρίας και τας φλέβας του οποίου ρέει όχι καθαρόν αίμα, αλλά βρώμικον πύον, μόνον από αισχράν, ρυπαράν και κολασμένην ψυχήν, θ’ ανέμενε τις μίαν τοιαύτην συμπεριφοράν, αναξίαν όχι Επισκόπου και ανθρώπου πεπολιτισμένου, αλλ’ ανθρωποφάγου και εξ ολοκλήρου διεφθαρμένην ψυχήν και καρδίαν έχοντος…»[28].

Η εκκλησιαστική ηγεσία ήταν, από τους αιώνες του Βυζαντίου, εξαρτημένη από την αυτοκρατορική Αρχή. Απολάμβανε το ιερατείο τα προνόμιά του και ανταπέδιδε την εύνοια δοξολογώντας τους ένοικους του «ιερού παλατίου». Η εξάρτηση θα συνεχισθεί και μετά την Άλωση, αυτή τη φορά από τα σουλτανικά σεράγια.

Εξαρτημένο και σήμερα το Πατριαρχείο από την τουρκική εξουσία. Οι υποψήφιοι παρακαθήμενοι πρέπει να έχουν γεννηθεί στην Τουρκία και να είναι Τούρκοι υπήκοοι. Και οι τοπικές Αρχές μπορούν να εξαιρέσουν από τον κατάλογο των υποψηφίων τους ανεπιθύμητους. Το Πατριαρχείο λειτουργεί «υπό την προστασία του Συντάγματος και των νόμων της τουρκικής δημοκρατίας»[29]και ανήκει στη δικαιοδοσία του Νομάρχη Κωνσταντινουπόλεως! Είναι επιτηρούμενο ίδρυμα και διατελεί υπό την απειλή επεμβάσεων και σε ατμόσφαιρα τρομοκρατίας.

Τι θα γίνει όταν η παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην Πόλη που διαρκώς συρρικνώνεται καταντήσει συμβολική; Ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα επιλέγεται ανάμεσα σε μερικές ίσως εκατοντάδες ορθόδοξους τουρκικής ιθαγένειας;

Το Πατριαρχείο παραμένει βουβό και ανίσχυρο σε εποχή τρομακτικών αλλαγών, ανακατατάξεων και κινδύνων – και μάλιστα στον δικό του πνευματικό χώρο. Και το χειρότερο: αποδυναμώνεται και φθίνει, τη στιγμή ακριβώς που ο πάπας, συνεταίρος των δυνάμεων του χρήματος και προπομπός της «νέας τάξης», πολιτικής και οικονομικής[30], αλωνίζει την υδρόγειο και διακηρύσσει με ιταμότητα ότι «πρέπει ν’ αρχίσει ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης», δηλαδή ο εκκαθολικισμός της ηπείρου, τη στιγμή που εγκαινιάζει εκστρατεία – μια νέα μορφή Σταυροφοριών – προς την Ανατολή διαμέσου της Πολωνίας – θρησκευτικής αποικίας του Βατικανού – και της ουκρανικής Ουνίας, τη στιγμή που επιχειρεί προσηλυτιστικές εξορμήσεις στην Αμερική και την Αφρική. Σ’ αυτήν ακριβώς την κρίσιμη ιστορική καμπή το Πατριαρχείο, η κεφαλή της Ορθοδοξίας, υπό την σκιά της τουρκικής εξουσίας, με Πατριάρχη μια εξέχουσα προσωπικότητα με αξία και διεθνές κύρος δεν μπορεί να ασκήσει και την οικουμενική πνευματική αποστολή του. Περιορίζεται αναγκαστικά στα αυστηρώς θρησκευτικά μηνύματα – Χριστούγεννα και Πάσχα – με αλληλοδιάδοχη παράθεση χωρίων των Γραφών…

Το πασχαλινό πατριαρχικό μήνυμα του 1991, την ώρα ακριβώς που η ένοπλη επέμβαση των Δυνάμεων αφάνιζε λαούς της Μ. Ανατολής, περιοριζόταν σε μια ουδέτερη, εξωκοσμική και έμφοβη αναφορά στα δεινά του πολέμου, χωρίς κάν υπαινιγμό για τους δολοφόνους των εθνών[31]. Ωσάν η δυσώδης εκείνη εκστρατεία να ήταν θεομηνία και όχι προμελετημένη εν ψυχρώ επιχείρηση για στυγνά οικονομικά συμφέροντα.

Η εκκλησιαστική εξουσία συμπεριφέρεται πάντοτε ως ομογάλακτη της κοσμικής ευλογώντας χωρίς ενδοιασμό και τους λαοπρόβλητους «ταγούς» και τους τύραννους. «Ορκίζει» με συγκαταβατική άνεση πρωθυπουργούς και υπουργούς αλλά και πραξικοπηματίες και δικτάτορες, προσηλωμένη προφανώς στο του αποστόλου Παύλου – άλλων καιρών – θέσφατον «ού γαρ εστίν εξουσία εί μη από Θεού». Και στους ναούς το ιερατείο δέεται υπέρ των εκάστοτε κυβερνώντων, υπέρ της διεφθαρμένης δηλαδή συντεχνίας των πολιτικών, χωρίς καμμιά διάκριση, επιφύλαξη ή ηθικής σημασίας προϋπόθεση. «Μνήσθητι, Κύριε, πάσης αρχής και εξουσίας»[32].

Εξουσιαστική η αξιολόγηση και ιεράρχηση θεσμών και αξιών στα λειτουργικά κείμενα, μίμηση της αλαζονικής υπεροχής των κοσμικών κυριάρχων. Οι ιερείς αναμέλπουν «υπέρ του Αρχιεπισκόπου ημών, του τιμίου πρεσβυτερίου, της εν Χριστώ διακονίας, παντός Κλήρου και του Λαού»[33]. Πρώτος στις δεήσεις ο προκαθήμενος και το ιερατείο του και έσχατος ο λαός! «Ειρήνην τω κόσμω σου δώρησαι, ταίς Εκκλησίαις σου, τοίς Ιερεύσι, τοίς Βασιλεύσι ημών, τω Στρατώ και παντί τω Λαώ σου»[34]. Και πάλι ο λαός, το «χριστεπώνυμο πλήρωμα», αναφέρεται τελευταίο. Προηγείται η εξουσία, εκκλησιαστική και πολιτική και η ακολουθία της.

Σε άλλες δεήσεις η θεϊκή ευλογία και προστασία αφορά πρώτα-πρώτα τον μονάρχη και τη βασιλική οικογένεια. Το έθνος έρχεται τελευταίο! «Υπέρ των ευσεβεστάτων και θεοφυλάκτων βασιλέων ημών… του διαδόχου αυτών… πάσης της βασιλικής οικογενείας, του ευσεβούς ημών έθνους…»[35].

Οι αξίες που πρεσβεύει και τιμά η εκκλησιαστική εξουσία δεν συμβιβάζονται διόλου με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Μερικές φορές κορυφαίοι του ιερατείου προσβάλλουν αναιδώς τους πολιτειακούς θεσμούς και προκαλούν το λαϊκό αίσθημα[36]. Στα κρίσιμα επίσης προβλήματα που συνταράσσουν την ελληνική κοινωνία, η εκκλησιαστική ηγεσία παραμένει σιωπηλή, αδιάφορη ή ουδέτερη.

Ανέχεται, ωστόσο, τους πολιτικούς τυχοδιώκτες να καπηλεύονται τις χριστιανικές εορτές με την επιδεικτική και άκρως υποκριτική παρουσία τους μπροστά στους τηλεοπτικούς φακούς. Στην τελετή του Επιταφίου πονηροί κομματικοί τυχοδιώκτες «προσκυνούν» τον Αρχιεπίσκοπο και εκείνος τους χτυπάει θωπευτικά στην πλάτη. Στην τελετή της Ανάστασης συνωστίζεται στην εξέδρα ο εσμός των κομματαρχών υπό το φώς των προβολέων. Ανέχεται επίσης η εκκλησιαστική εξουσία τη βάρβαρη εμφάνιση των κορυφαίων της πολιτικής με κουστωδία στον «οίκον του Θεού» και την υποδοχή τους μετά σαλπίγγων, εμβατηρίων και χαιρετισμών από παρατεταγμένα στρατιωτικά τμήματα. Και πορφυρό θρόνο στο ναό κατά τη δοξολογία για τους «ανώτατους άρχοντες»

Αδελφοποιτές εξουσίες η πολιτική, η εκκλησιαστική και δικαστική, μοιράζονται τους ρόλους και τη λεία – «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Κυνική και ασεβής συμπαιγνία. Οι μεν ποδοπατούν τους δημοκρατικούς θεσμούς με την αλαζονεία τους, οι Δε προσβάλλουν τους πιστούς με την ακηδία τους. Αμφότεροι εξευτελίζουν τον πολίτη και τον πιστό, τη δημοκρατία και τη χριστιανική διδασκαλία.

Στο παρελθόν οι ιδιοτελείς διασυνδέσεις των ηγετικών κλιμακίων της Εκκλησίας με την εξουσία οδηγούσε συχνά σε άνομη, δόλια και αντικοινωνική συνεργασία. Ιεράρχες υπηρετούσαν τα συμφέροντα του συστήματος με πολιτικά κηρύγματα και κομματισμούς. Ήταν μια εκχώρηση αρμοδιοτήτων «πνευματικής υφής» από τους κυβερνώντες. Πρίν 150 χρόνια, ο πρώτος μέγας φαυλοκράτης Ιω. Κωλέτης ανέθεσε στην Ιερά Σύνοδο να κεραυνοβολεί την αντιπολίτευση[37]. Και ιδού η πρώτη κομματική εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου – νουθεσία προς τους πιστούς: «Οφείλετε να αποφεύγετε ως λοιμόν πάντα τον εναντίον της καθεστώσης τάξεως και ησυχίας λαλούντα ή γράφοντα και ως επίβουλον των κοινών συμφερόντων να θεωρήτε»![38]

Οι Συνοδικοί του Κωλέτη συμπεριφέρονταν όπως ο σημερινός καθολικός κλήρος στη Δύση. Κατά την προεκλογική περίοδο – και όχι μόνο – οι ιερείς εκφωνούν από τον άμβωνα πύρινους λόγους κατά των «εχθρών» της παπικής εξουσίας. Το Βατικανό υπήρξε πάντοτε σύμμαχος, συνεταίρος, και συχνά κηδεμόνας των ηγεμόνων.

ΠΗΓΗ

Βασική και έγκυρη πηγή άντλησης των στοιχείων και των πληροφοριών είναι το μνημειώδες έργο του Κυριάκου Σιμόπουλου «Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ» με τις σχετικές παραπομπές στη βιβλιογραφία.



[1] Στη Σαμάρεια της Ιουδαίας, ένας μάγος, ο Σίμων – από όπου και ο όρος «σιμωνία» – βλέποντας ότι «δια της επιθέσεως των χειρών» των αποστόλων Πέτρου καιΙωάννη επί της κεφαλής των νεοπροσήλυτων χριστιανών «δίδοται το Πνεύμα το Άγιον», προσπάθησε να τους δωροδοκήσει για ν’ αποχτήσει και εκείνος αυτή τη δύναμη – «προσήνεγκεν αυτοίς χρήματα λέγων, δότε καμοί την εξουσίαν ταύτην, ίνα ώ αν επιθώ τας χείρας λαμβάνη Πνεύμα Άγιον» (Πράξεις των Αποστόλων, ή, 18-19).

[2] Όπως αποκάλεσε τη σιμωνία, το 459, ο Πατριάρχης Γεννάδιος Α΄.

[3] Κατά τον Θεολόγο Θεοδώρητο (Ε΄ αι.).

[4] Ο επίσκοπος Αλεξανδρείας (αρχές Ε΄ αι.) κυκλοφορούσε με σωματοφυλακή εκατοντάδων ενόπλων.

[5] Εκκλησιαστική Ιστορία, 3 (Migne, P.G., τ. 67, 1033, 1160).

[6] E. Schwartz, Acta Conciliorum Oecumenicorum (BerlinLeipzig 1914-1940, τ. Α΄, 4, 223).

[7] Migne, P.G., 82, 3, 1169. Το «ωνησάμενος» συναντάται συχνά στα εκκλησιαστικά κείμενα. Η δωροδοκία για την απόκτηση αξιώματος στους αιώνες του Βυζαντίου αποτελούσε καθιερωμένη πρακτική της εξουσίας.

[8] Βίος Ιωάννου του Χρυσοστόμου, 48.

[9] Ό.π., κεφ. 15, Migne R.G., 47, 52. Ο Παλλάδιος αφηγείται και τους άθλους ενός διεφθαρμένου επισκόπου. Ήταν κοινωνικό κατακάθι, μέθυσος, γυναικομανής και αναίσχυντος. «Ζούσε, γράφει, εν κραιπάλη και στα φαγοπότια ξεφάντωνε στεφανωμένος με κισσό, σαν τον Βάκχο, με ένα ποτήρι στο χέρι και μια θεατρίνα στον τράχηλο ιππαστί!».

[10] Ιουστ. Κώδιξ Ι, 3, 41. Ως το 537 οι νεοχειροτούμενοι κληρικοί έπρεπε να πληρώσουν στους παλαιούς συναδέλφους τους ένα χρηματικό δώρο, τα λεγόμενα«εμφανιστικά» – πρώτη γεύση της διαφθοράς – όπως και οι νεοδιοριζόμενοι υπάλληλοι στις κρατικές υπηρεσίες (Νεαρά Ι, 241, 2).

[11] Νεαρά 150, 24.

[12] Τα μετά την Άλωσιν, 1453 – 1789, Κωνσταντινούπολις 1870, σ. 19. Αναλυτικότερα βλ. Κυρ. Σιμόπουλου, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τ. Α΄, Β΄, Γ1, Γ2.

[13] Ελληνική Νομαρχία, εκδ. Βαγιονάκη, σ. 115-117.

[14] Ό.π., σ. 132-133.

[15] Ό.π., σ. 134.

[16] Ό.π., σ. 136. Η απάτη των ψευδολειψάνων και ψευδοκειμηλίων, μια άλλη πλευρά της διαφθοράς του ιερατείου, άνθισε από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες στους αγίους Τόπους, στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα κέντρα της Ορθοδοξίας που συγκέντρωναν μεγάλα πλήθη, πολυτάλαντων συνήθως προσκυνητών, από όλο τον χριστιανικό κόσμο. Πανούργοι ρασοφόροι που καπηλεύονταν την ευλάβεια των πιστών επιδίδονταν στην αναιδέστερη μορφή χριστεμπορίας με αγοραπωλησίες πλαστών αγίων λειψάνων και ιερών κειμηλίων. Μυριάδες ήλους του σταυρού και άκανθες από τον στέφανο του μαρτυρίου, φορτία αμέτρητα «τιμίου ξύλου», τόννους αίματος του Χριστού και δακρύων της Παναγίας, αμέτρητες κάρες του ιδίου αγίου. Στην Κωνσταντινούπολη καλούσαν τους ξένους επισκέπτες να προσκυνήσουν το κλαδί της ελιάς που έφερε στην κιβωτό του Νώε το περιστέρι μετά τον κατακλυσμό, τη σάλπιγγα του Ιησού του Ναυή που γκρέμισε τα τείχη της Ιεριχούς, καλάθια με τους άρτους που ευλόγησε ο Χριστός στον εν Κανά γάμο, το λίκνο του Ιησού, τη ζώνη, το ραβδί και τα εργόχειρα της Παναγίας, τα πριόνια που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του Σταυρού, αλυσίδες και αμπάρες από τη φυλακή του αποστόλου Παύλου, τα φτερά των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, το«ψωμίον» που «ενέβαψεν» ο Χριστός «εις το τρυβλίον» και έδωσε στον Ιούδα, τρίχες από τα γένεια του Χριστού, τη σχάρα όπου ψήθηκε ο Άγιος Λαυρέντιος κ.ά., κ.ά. (Κυρ. Σιμόπουλος, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τ. Α΄). ψευδολείψανα και ψευδοκειμήλια αλλά και ψευδοθαύματα όπως το «θαύμα» του αγίου Φωτός στο κουβούκλιο του Αγίου Τάφου. Ήταν επινόηση των παπικών (Θ΄ αι.) το χρυσοφόρο θαύμα και αξιοποιήθηκε από τους ορθόδοξους κληρονόμους τον ΙΒ΄ αιώνα για εκμετάλλευση των θεοσεβών. Αμέτρητες οι θεοκαπηλείες στους αιώνες που ακολούθησαν. Η πιο πρόσφατη το 1991, στο Παρίσι. Ένας ελληνορθόδοξος θησαύρισε πουλώντας σε πλούσιους θαυματουργό λάδι που έσταζε…η Παναγία στην παλάμη του την ώρα της προσευχής – ήταν λάδι του εμπορίου κρυμμένο σε πλαστική θήκη. Η απάτη αποκαλύφθηκε και ο θαυματοποιός κατέληξε στη φυλακή. Αλλά ο ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος του Λιβάνου και ο έξαρχος του Πατριάρχη Αντιοχείας είχαν ευλογήσει την απάτη το 1988. Προχώρησαν μάλιστα και στις διαδικασίες για τη νομιμοποίησή της (Le Monde, 17 Αυγ. 1991).

[17] Ό.π., σ. 140 –141. Αναφέρεται στην «Πατρική Διδασκαλία» του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Άνθιμου που τυπώθηκε περί τα τέλη του ΙΗ΄ αι. στην Κωνσταντινούπολη.

[18] Νικ. Κασομούλης, τ. Α΄, σ. 388 σημ.

[19] Ό.π., τ. Α΄, σ. 75-76.

[20] Ο Τύπος κατηγορεί τον ανώτερο κλήρο για φιλοχρηματία, πλεονεξία και εγκατάλειψη του ποιμνίου. «Οι άγιοί μας, περί γάλακτος μόνον των παχέων αρνίων και του μαλλίου των προβάτων θέλουν να φροντίζουν και όχι περί διατηρήσεως και βελτιώσεως των ποιμνίων των. Πόσα σχολεία είδομεν έως τώρα να συστηθούν, όχι δι’ εξόδων των, διότι οι άγιοί μας δεν αγαπούν να εξοδεύουν, αλλά τουλάχιστον δι’ επιμελείας των;» («Αθηνά», 29 Μαρτίου 1937). Την αγοραπωλησία των μητροπολιτικών εδρών σατιρίζει και ο Γεώργιος Σουρής, το 1882:

Οι μίτρες οι δεσποτικές εβγήκαν στο παζάρι

λοιπόν αμέσως λύσετε, δεσπότες, το κεμέρι

όποιος θα δώση πιο πολλά, εκείνος και θα πάρη

του επισκόπου το ραβδί στο άγιό του χέρι.

Όσον παρά θα δώσετε για το δεσποτιλίκι

ο παντοδύναμος Θεός διπλό θα σας το δώση.

Εκείνο το φαρδύ-φαρδύ δεσποτικό μανίκι

πόσα και πόσα πράματα δεν ημπορεί να χώση.

Για μας οι μίτρες οι βαρειές, για σας τα πετραχήλια

για σας οι πολυέλαιοι και τα χρυσά καντήλια.

Έ! αλά ούνα, αλά τρέ εις την δημοπρασία

για να μη χάσετε και σείς κι’ εμείς κι’ η Εκκλησία.

(Άπαντα, εκδ. «Βίβλος», σ. 153-155).

[21] Απομνημονεύματα από των αρχών της Επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881, Αθήναι 1979, σ. 210. Αλλά και πρίν το 1852 ο Τύπος καταγγέλλει χειροτονίες ιερέων με χρηματική αντικαταβολή. Ο επίσκοπος Ύδρας αξίωσε 40 τάληρα από υποψήφιο παπά. Δεν έγινε η χειροτονία και ο άνθρωπος ζήτησε τα τάληρα. Αλλά ο ιεράρχης αρνήθηκε να τα επιστρέψει («Αθηνά», 9 Μαΐου 1837).

[22] Για το «επισκοπικό» σκάνδαλο του 1875 έγραφε ο Ροΐδης: «Γνωστά είναι αποτελέσματα της υπερβολικής δυσωδίας, ήτις πολλάκις προυξένησε τον εξ ασφυξίας θάνατον των εργατών όσοι καθαρίζουσιν αποπάτους. Τοιούτον τι ολίγον έλειψε να πάθη ο νέος υπουργός Παιδείας, όστις ανοίξας απροσέκτως εν κεκλεισμένω δωματίω τα απόκρυφα αρχεία των Επισκοπικών του προκατόχου του ελιποθύμησεν εκ της αποφοράς» (Άπαντα, τ. Β΄, σ. 45). Και προσθέτει: «Η νεοελληνική γλώσσα θέλει τουλάχιστον πλουτισθή δια νέας λέξεως – εις τον μητροπολίτην δηλαδή θέλει προστεθή και ο μιτροπωλητής» (ό.π., σ. 58). Ο Ροΐδης αφιερώνει στον Νικολόπουλο το δηλητηριώδες σχόλιο των Γάλλων για τον Καρδινάλιο Μαζαρίνο (ΙΖ΄ αι.): «Γνωρίζει εικοσιτέσσαρας τρόπους να προμηθεύεται χρήματα εξ ών ο τιμιώτερος είναι η κλοπή» (Ασμοδαίος, 29 Ιουν. 1875).

[23] Έστειλε και τηλεγράφημα σε όλες τις ελληνικές εφημερίδες. «Επέδωκα εις το υπουργείον Εσωτερικών αναφοράν δι’ ής εξαιτούμαι την αλλαγήν του επιθέτου μου από Νικολόπουλος εις Ανάστος διότι το Νικολόπουλος κατέστη εν Ελλάδι βδελυρόν» (Κυρ. Σιμόπουλος, Σαν Σήμερα, 10 Μαΐου 1975, σ. 8). Χειρονομία που υπερβαίνει την προσωπική ευαισθησία. Αποτελεί αυθόρμητη και γενναία αντίδραση του κοινωνικού συνόλου. Η στάση αυτού του πολίτη με το υψηλό φρόνημα και την ηθική ακεραιότητα μπορεί να προκαλεί σήμερα, τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα, θυμηδία. Η πράξη, ωστόσο, αυτού του άγνωστου Βας. Νικολόπουλου έπρεπε να μνημονεύεται στα ελληνικά σχολικά βιβλία υποδειγματική στάση υπεύθυνου πολίτη απέναντι στη διαφθορά της εξουσίας. Ήταν άξιος μεγαλύτερης τιμής από εκείνη που απονέμεται εδώ και ενάμισι αιώνα σε «επιφανείς» πολιτικούς αγύρτες.

[24] Το συναξάρι του συνοψίζουν τα δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής. «Κατά διαταγήν έκλεισαν τον Καΐρην εις έν χαμοκέλιον της εν Σκιάθω μονής και απηγόρευσαν σφοδρώς όχι μόνον να τον συναναστρέφεται κανείς, αλλ’ ούτε βιβλίον, ούτε χαρτίον και καλαμάριον να συγχωρηθή να λάβη εις το υγρόν και δυστυχές εκείνο οίκημα. Όλη φαίνεται η κατά της Παιδείας συμμορία ώμωσε τον εξολοθρευμόν του Καΐρη» («Αθηνά», 11 Νοεμ. 1839, σ. 3). «Εκπνέει δέσμιος εις τα υγρά κελλία της Σκιάθου από ψύχος, ξηροφαγίαν κλπ., ψυχορραγεί υπό φρικωδεστάτης καταπιεζόμενος στενοχωρίας και θλίψεως εις Θήραν και εις σιδηρίνους ειρκτάς εναπειλημένος, μεταφέρεται από τον βόρειον εις τον νότιον της Ελλάδος πόλον, δια να μη διαφύγη την θεοστυγή ορμήν και θηριωδίαν των λυσσώντων λύκων»(ό.π., 15 Μαΐου 1840). «Ούτε αυτός ο Γαλιλαίος δεν υπέφερεν από το Ιερόν Δικαστήριον τόσον, όσον σήμερον, περί τα μέσα του ΙΘ΄ αιώνος, ο δυστυχής Θεόφιλος Καΐρης, τον οποίον, φαίνεται, απεφάσισαν να αποθάνη ασπλάχνως εις την φυλακήν» (ό.π., 23 Νοεμ. 1840).

[25] Ό.π., 28 Οκτ. 1839, σ. 3.

[26] Το 1976 έγινε καταγγελία για δίκτυα «πονηρών» που πλευρίζουν και πείθουν ηλικιωμένα άτομα να διαθέσουν την περιουσία τους σε οργανώσεις ιδιοκτήτριες«οικοδομικών μεγαθηρίων με πολυτελείς αίθουσες και λογιστήρια που θα ζήλευαν τράπεζες». Και οι θιγόμενοι απάντησαν εκτοξεύοντας κατηγορίες εναντίον εκκλησιαστικών παραγόντων για περιφρόνηση των κανόνων και των συνταγματικών επιταγών και διατυπώνοντας αμφιβολίες αν ο Α ή ο Β αξιωματούχος της Εκκλησίας έχει «μαρτυρίαν καλήν έξωθεν» που αξιώνει ο Παύλος (Προς Τιμόθεον, Α, 3, 7).

[27] Ιδού μερικά αποσπάσματα των καταγγελιών: «Ίδετε και κλαύσατε! Ο ένας υποψήφιος εισέρχεται εις πολιτικόν γραφείον, γονατίζει και ασπάζεται την χείρα ισχυρού πολιτικού παράγοντος, υπουργού με κλάκ, και τον εκλιπαρεί να τον βοηθήση προς επιτυχίαν του σκοπού του. Ο δεύτερος, συνδεόμενος με στρατηγόν, έχοντα σχέσεις με επισκόπους και αρχιεπισκόπους, πίπτει και ασπάζεται την χείρα του στρατηγού και παρακαλεί ίνα μεσολαβήση και είπη κάποιον καλόν λόγον προς επιτυχίαν του σκοπού του. Ο τρίτος, γνωρίζει κάποιον ναύαρχον εν ενεργεία ή εν αποστρατεία και τούτον ικετεύει δια να συντελέση εις την επιτυχίαν του σκοπού του. Ο τέταρτος, προσκυνεί εδαφιαίως καθηγητήν Πανεπιστημίου, που φορεί τήβεννον και ως εκ της θέσεώς του έχει συχνάς επαφάς με πρίγκιπας της Εκκλησίας, και τούτον παρακαλεί να επηρεάση τας σκέψεις των εκλεκτόρων δια την επιτυχίαν του σκοπού του. Ο πέμπτος, προσκομίζει πολύτιμα δώρα εις ανεψιόν μητροπολίτου διακρινόμενον δια συλλαγήν αυγών, εριφίων και αρνίων και εί τινος άλλου εκλεκτού φαγωσίμου, και τούτον, τον περιβόητον ανά την επαρχίαν ανεψιόν του δεσπότη, παρακαλεί δια την επιτυχίαν του σκοπού του. Ο έκτος, πίπτει και ασπάζεται την χαριτόβρυτον χείρα αγιωτάτης(!) δεσποινίς, η οποία, ως στενή συγγενής ισχυρού εκκλησιαστικού παράγοντος, έχει το προνόμιον να βλέπη ημέρας και νυκτός το πρόσωπον αυτού, ικανού να συντελέση εις την επιτυχίαν του σκοπού του. Ο έβδομος, τρέχει από φυλακής πρωΐας μέχρι φυλακής νυκτός και επισκέπτεται τα καταλύματα των αγίων αρχιερέων και πίπτει και προσκυνεί και κολακεύει αισχρώς… Τι λέγουν και τί πράττουν οι υποψήφιοι δια ν’ αρέσουν τοίς αρχιερεύσιν, υπερβαίνει πάσαν φαντασίαν. Ξεσκονίζουν τα καλυμμαύχια και τα ράσα των αρχιερέων, γίνονται μεταφορείς τροφίμων, γίνονται μάγειροι, και τραπεζοκόμοι, τρέχουν να παραγγείλουν αυτοί τους καφέδες, θωπεύουν και τα κατοικίδια ζώα των, εγκωμιάζουν όλας τας ιδιοτροπίας των, ως γκαρσόνια τους υπηρετούν εις όλα… Ο όγδοος, κατορθώνει και εισδύει εις τα άδυτα του οικογενειακού περιβάλλοντος των αρχιερέων, και αν εκεί το οξυδερκές βλέμμα του ανακαλύψη την «συνείσακτον», το γύναιον δηλ. εκείνο το οποίον εξασκεί τεραστίαν επιρροήν επί του επισκόπου και άγει και φέρει αυτόν καθώς βούλεται, δεν διστάζει να γονυπετήση ενώπιόν της και με τα θερμότερα λόγια να την παρακαλέση δια την επιτυχίαν του σκοπού του. Τέλος, αφού οι υποψήφιοι κάμψουν την σπονδυλικήν στήλην δεκάκις, εκατοντάκις, μυριάκις, και προσκυνήσουν και τα πλέον ελεεινά υποκείμενα, και διατρέξουν όλα τα στάδια της αναξιοπρεπείας, τότε ευδοκιμεί ν’ ανοίξη η μαγική θύρα, να εμφανισθή ο κοσμοκράτωρ του αιώνος τούτου, και πλήρης μειδιαμάτων να επιθέση επί της κεφαλής του υποψηφίου την σπινθηροβολούσαν μίτραν, ίνα πληρωθή το υπ’ αυτού του Σατανά ρηθέν εν τοίς πειρασμοίς του Κυρίου. «Ταύτα πάντα σοι δώσω, εάν πεσών προσκυνήσης μοι» (Ματθ. 4, 9). Καταγγέλλουν επίσης ασυνειδησία «των περισσοτέρων αρχιερέων, οι οποίοι δεν το έχουν τίποτε να χειροτονούν και τα πλέον ανίκανα και φαύλα υποκείμενα», και αρριβισμό «κενών και μωροφιλοδόξων αρχιμανδριτών, οι οποίοι, προκειμένου ν’ αρπάξουν αυτό το σίδερο που ονομάζεται πατερίτσα, δεν το έχουν τίποτε να πατήσουν επί πτωμάτων» (περ. «Οι Τρείς Ιεράρχαι», αριθ. φ. 1226/65 και «Ενορία», φ. 401/65).

[28] Στις 30 Οκτωβρίου 1991 ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών αποκαλεί επικριτή του «παλιοτενεκέ».

[29] Πατριαρχική δήλωση της 2ας Νοεμβρίου 1991.

[30] Όπως προκύπτει από την παπική εγκύκλιο του «εκατοστού έτους» (centessimus annus).

[31] «Αδελφοί αγαπημένοι και τέκνα εν Κυρίω περιπόθητα. Η ανθρωπότης προ ολίγων μόλις εβδομάδων ανέπνευσεν εκ της συμφοράς του πολέμου, ο οποίος την ηπείλησε με βιβλική καταστροφήν. Τα ερείπια και οι τάφοι από την λαίλαπα αυτήν κείνται ακόμη ενώπιόν μας. Τα θύματα της συμφοράς άφησαν επάνω των πένθος και θλίψιν. Όσοι επλήγησαν αμεσώτερον από την θύελλαν προσπαθούν να επανεύρουν την ελπίδα. Όσοι επέζησαν προσπαθούν να παγιώσουν την ειρήνην και να οικοδομήσουν ένα ασφαλέστερον μέλλον. Όλοι έχομεν σήμερον, μετά την φοβεράν δοκιμασίαν, την ανάγκην του μηνύματος της Αναστάσεως – όλοι έχομεν ανάγκην από πίστιν και ελπίδα. Το εφετινόν Πάσχα είναι πανανθρώπινον εις την σημασίαν του».

[32] Βλ. Ιερατικόν, σ. 137.

[33] Από τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Βασιλείου (Ιερατικόν, σ. 118).

[34] Λειτουργία του Αγίου Βασιλείου.

[35] Ιερατικόν, σ. 118. Αλλά και αποκλειστικές δεήσεις για τους βασιλιάδες, τα παλάτια τους και τους στρατούς τους – «υπέρ των ευσεβεστάτων και θεοφυλάκτων βασιλέων υμών (δείνος και δείνος), παντός του παλατίου και του στρατοπέδου αυτών του Κυρίου δεηθώμεν» (Λειτουργία Χρυσοστόμου, ό.π., σ. 74).

[36] Όπως ο Μητροπολίτης που ανέπεμψε δέηση (Ιούλιος 1990) «υπέρ μακροημερεύσεως» του τέως μονάρχη («Τα Νέα», 18 Ιουλ. 1990). Ένας άλλος ιεράρχης, ο Αρχιεπίσκοπος Β. Αμερικής, το Πάσχα του 1991, στον καθεδρικό ναό της Ν. Υόρκης, μιλώντας προς το εκκλησίασμα αποκάλεσε τον παρόντα υιό του Κων. Γλύξμπουργκ«διάδοχο του ελληνικού θρόνου»! («Ποντίκι», 21 Ιουν. 1991).

[37] «Κατέφυγεν εις την προστασίαν της Ιεράς Συνόδου ενδύσας αυτήν με κοσμικήν εξουσίαν» (εφ. «Η Ελπίς», 15 Αυγ. 1845).

[38] Οι επεμβάσεις της εκκλησιαστικής εξουσίας στην πολιτική διαμάχη προκάλεσε εξανάσταση του Τύπου. Μια εφημερίδα καλεί τα μέλη της Συνόδου να εγκαταλείψουν τα αξιώματά τους και να γίνουν κομματικοί παρατρεχάμενοι. «Αποβάλλετε το αγγελικόν σχήμα, δώσατε χείρα προς τον Κωλέτην, τεθείτε εν τω μέσω των περικυκλούντων αυτόν κακούργων και υποστηρίξατε το υπουργείον της κακοηθείας και της διαφθοράς, το οποίον σείς κηρύττετε ότι ανενδότως εργάζεται δια την ευδαιμονίαν του έθνους, δια την υποστήριξιν της θρησκείας και του Συντάγματος» (ό.π., 15 Αυγ. 1845).

http://www.kastorianet.gr/krikis/keim69.htm

Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΝΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ-Προσωρινά αποθηκευμένη

ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ

Η Αρβανιτιά στο Μοριά

Η Ερμιονίδα ανά τούς αιώνες

Η Ερμιονίδα ανά τούς αιώνες
http://openarchives.gr/view/412853

Τα αρβανίτικα τραγούδια της Ερμιονίδας

Τα αρβανίτικα τραγούδια της Ερμιονίδας
http://invenio.lib.auth.gr/record/1887

ΜΠΕΣΑ

ΜΠΕΣΑ
Βλέπε τεύχη από το περιοδικό «ΜΠΕΣΑ»

Άρβανον

Άρβανον
Βλέπε τεύχη από το περιοδικό «Άρβανον»

Β'Συμπόσιο Ιστορίας-Λαογραφίας

Β'Συμπόσιο Ιστορίας-Λαογραφίας
Β'Συμπόσιο Ιστορίας-Λαογραφίας Βόρειας-Δυτικής Αττικής(1992)

Arbërës-Arbanas

Μπεκτασήδες

Μπεκτασήδες
Βλέπε γιά Αλήπασα-Ρήγα Φεραίο

Αρβανίτες καί Αλβανοί μετανάστες

Αρβανίτες καί Αλβανοί μετανάστες
«Αρβανίτες καί Αλβανοί Μετανάστες:Διαπραγμάτευση της Συλλογικής Ταυτότητας σε μιά αγροτική κοινότητα τού Νομού Αργολίδας» της Αγγελικής Αθανασοπούλου.

Ήπειρος-Ιλλυρίς

Arnaoutes

Arnauten-Albanesen-Skipetaren-Arbanitai

Ομοσπονδία Ελλάδας καί Αλβανίας

Ομοσπονδία Ελλάδας καί Αλβανίας
Ιωάννης Μπαλάσκας:Ομοσπονδία Ελλάδας-Αλβανίας,σλαυική επιβουλή είς βάρος τού Ελληνισμού

Σούλι καί Σουλιώτες

Η ζωή των Αρβανιτών

Αρβανίτικο Μοιρολόϊ

Οί Αρβανίτες της Αττικής

Η συμβολή των Αρβανιτών

Μήτρος-Τρούκης

Αρβανίτικα θέματα

Arbanasi

Γάμος καί Γαμήλια Σύμβολα

ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ

ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ
Κ.Μπίρη:«Αρβανίτες,οί Δωριείς τού νεωτέρου Ελληνισμού»

Τhe Highland Lute

Τhe Highland Lute
The Albanian national epic

Αρβανίτες καί Έλληνες

Η Ελληνο-Αλβανική Συμμαχία τού 1821

Η Ελληνο-Αλβανική Συμμαχία τού 1821
Grec et Arnaute Ethnographique des peuples de la Russie 1862 (Pauli Gustav Theodore Hristianovich) , http://skif-tag.livejournal.com/682663.html , http://fotki.yandex.ru/users/humus777/album/284616 , http://old.rgo.ru/2011/01/drugogo-roda-lyudi-arnauty/

«Η εικόνα της Αλβανίας καί των Αλβανών στην Ελλάδα τού 19ου αιώνα» τού Ν.Γκίκα

Η μάχη στη Σελλασία

Η μάχη στη Σελλασία
Funerary mask with helmet Gold funerary mask with bronze 'Illyrian' helmet from the cemetery of Sindos, circa 520 BC, Thessaloniki, Archaeological Museum,http://www.macedonian-heritage.gr/HellenicMacedonia/en/img_B1217a.html

Δελτίον της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας της Ελλάδος| Τόμος 5

Δελτίον της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας της Ελλάδος| Τόμος 5
Κορυτσά,Πελασγοί καί Ιλλυριοί,Γκέγκες καί Δωριείς,Μακεδονία καί Ιλλυρο-Πελασγοί, Πελασγικές Θεότητες κτλπ.

Αλβανοί,αποσπάσματα από «Ιστορία τού Ελληνικού Έθνους»

Kαρυστία

Έλληνες καί Αλβανοί της Κάτω Ιταλίας

ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ

ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ
ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ-ΑΡΒΑΝΟΝ

ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΟΙ

Αρβανίτες μουσουλμάνοι

Θεσσαλονίκη-Salonika

Албанец. 1829

The Spartan touch:albanian women who help their fighting men

Albanian Guard

Albanian Duel

Albania

Gegëria

Gegëria

Royal Albanian Gendarmerie

Αυλώνας-Vlorë(Λιαπουριά-Labëria)

Albanian wedding rejoicings

Gegëria

An old Albanian warrior(Greece)

Albanians firing at Turks in Istib

Albanians firing at Turks in Istib
Mάλλον θα εννοεί το γνωστό Ιστίμπεη.Albanians firing at Turks in Istib, in the Balkans. Illustration from French newspaper Le Petit Parisien. April 28, 1901

King Zog of Albania

King Zog of Albania
http://www.ebay.com/itm/King-Zog-of-Albania-w-sisters-in-traditional-native-costomes-1938-vintage-photo-/121387128131?pt=Art_Photo_Images&hash=item1c433c9543 , http://ellines-albanoi.blogspot.gr/2012/06/blog-post_9784.html

grecian and albanian costumes

The New King and Queen of Albania

Pogradec

A Prayer for Revenge

Albanians

A Rebel Chief from Albania

A Rebel Chief from Albania
THE SUN(1906)

Albanese mercenaries in a coffeeshop

Albanese mercenaries in a coffeeshop
A painting by Albert Franke

Tomb of Skanderbeg at Alessio(Lezhë)

Alessio-Lezhë (Gegëria)

Albanians at the tomb of Scanderbeg(Lezhë)

Tosks with Ghegs

Tosks with Ghegs
Oldest and Quaintest of Balkan Peoples By M. Edith Durham

Albania

Albania
1939

A Game of Chess(Gegëria)

A Game of Chess(Gegëria)
ALBERT JOSEPH FRANKE (German,1860-1924) , https://www.artrenewal.org/pages/artwork.php?artworkid=38058&size=large , http://www.liveauctioneers.com/item/11365716_attributed-to-albert-joseph-franke-german-1860 , http://www.masterart.com/Albert-Joseph-Franke-1860-1924-Board-Players-PortalDefault.aspx?tabid=53&dealerID=279&objectID=601523

Albanians

Albanians
The photo collection of Paul Siebertz,Albania in 1909

Albanier

Albanier
1815,Fremde Länder und Völker,Wilmsen, Friedrich Philipp.

Albanians-Gegëria

Study of Three Albanian Arnavuts and a Woman in Albanian Costume

En Albanie

Albania,The Love-Letter

Southern Albania

Αλβανία-Aπoλλωνία(1848)

Αλβανία-Aπoλλωνία(1848)
Edward Lear. http://oasis.lib.harvard.edu/oasis/deliver/~hou01475

Greek highland troops

Greece

Greece
Peoples Of All Nations Hammerton, J.A. Published by Educational Book Co., London, 1920 , http://www.abebooks.com/Peoples-Nations-Hammerton-J.A-Educational-Book/954598915/bd

Modern Greek Peasants

Greek funeral at Levadeia (Attica)

Greek funeral at Levadeia (Attica)
1894

Έλληνες ποιμένες-Greek sheperds

Chicago(1949)

Albanians(Australia)